viewpress

ΑΣ ΣΩΣΟΥΜΕ ΤΙΣ «ΧΑΡΤΙΝΕΣ» ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

Posted by: massmeeting on: Αυγούστου 25, 2008

Το Διαδίκτυο αύξησε την αναγνωσιμότητα αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον δημοσιογράφο

Του Timothy Egan* / International Herald Tribune

Στην εφημερίδα όπου έπιασα την πρώτη μου δουλειά ως ρεπόρτερ υπάρχουν σ’ έναν τοίχο της εισόδου τα λόγια του Τόμας Τζέφερσον που σε όλους τους Αμερικανούς δημοσιογράφους αρέσει να επαναλαμβάνουν όταν γιορτάζουμε την Ημέρα της Ανεξαρτησίας: «Αν ήμουν υποχρεωμένος να αποφασίσω αν θα έπρεπε να έχουμε κυβέρνηση χωρίς εφημερίδες ή εφημερίδες χωρίς κυβέρνηση, δεν θα δίσταζα ούτε στιγμή να προτιμήσω το δεύτερο».

Βέβαια, ο Τζέφερσον είχε πει επίσης ότι οι μόνες αξιόπιστες αλήθειες στις εφημερίδες είναι οι μικρές αγγελίες και ότι ήταν πιο ευτυχισμένος όταν δεν διάβαζε εφημερίδες. Οσον αφορά όμως το περίφημο ρητό του, δεν είναι μυστικό για κανέναν ότι πλέον βαδίζουμε προς το πρώτο σκέλος του διλήμματος που αναφέρει. Και όποιος χαίρεται για την κατάρρευση της βιομηχανίας του Τύπου θα πρέπει να σκεφτεί γιατί ο Τζέφερσον παραμέρισε την απέχθειά του για το δηλητήριο και την ανοησία των εφημερίδων προς χάρη της γενικότερης αρχής ότι οι υγιείς δημοκρατίες χρειάζονται ενημερωμένους πολίτες.

Τον περασμένο Ιούνιο, σχεδόν 1.000 θέσεις εργασίας χάθηκαν στις αμερικανικές εφημερίδες, ο πιο αιματηρός έως τώρα μήνας μιας χρονιάς στη διάρκεια της οποίας πολλές εφημερίδες αγωνίζονται για την επιβίωσή τους. Πλούσιες πόλεις των ΗΠΑ, όπως το Σαν Φρανσίσκο, δεν μπορούν πλέον να υποστηρίξουν μια επικερδή καθημερινή εφημερίδα. Αρθρογράφοι, ρεπόρτερ, συντάκτες, γελοιογράφοι και φωτογράφοι που ζωντάνεψαν την καθημερινή αφήγηση μιας πόλης ή μιας περιοχής σαρώνονται στο περιθώριο. Ο,τι ξεκίνησε ως συγχώνευση ή εξαγορά πάει να καταλήξει σε κλείσιμο ή χρεοκοπία.

  • Οι αναγνώστες αυξάνονται

Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο παράδοξο: Ολα αυτά τα κακά νέα έρχονται σε μια εποχή όπου το αναγνωστικό κοινό πολλών εφημερίδων ποτέ δεν ήταν μεγαλύτερο. Το Ιντερνετ μπορεί να σκοτώνει την εφημερίδα όπως την ξέρουμε, αλλά επιτρέπει σε μερικές εφημερίδες να δεκαπλασιάσουν την αναγνωσιμότητά τους.

Εκείνοι που επιχαίρουν για τον βαρύ τραυματισμό που βιώνουν οι εφημερίδες, λέγοντας ότι τον προκάλεσαν οι ίδιες επειδή ήταν υπερβολικά φιλελεύθερες, υπερβολικά συντηρητικές, υπερβολικά μπανάλ –διαλέγετε και παίρνετε– κάνουν μεγάλο λάθος. Ο κόσμος δεν έχει εγκαταλείψει αυτές τις περίπλοκες και αντιφατικές περιλήψεις της συλλογικής μας ύπαρξης. Ούτε κατά διάνοια.

Αν μετρήσουμε την επιρροή τους καθαρά με βάση τον αριθμό των αναγνωστών τους σε όλες τις μορφές στις οποίες είναι διαθέσιμες, πολλές εφημερίδες ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο επιτυχημένες. Οι ιστοσελίδες των εφημερίδων προσέλκυσαν πάνω από 66 εκατομμύρια αναγνώστες το πρώτο τρίμηνο του 2008 — ένα ρεκόρ και μια αύξηση 12% μέσα σε ένα χρόνο σύμφωνα με την ανάλυση του Nielsen Online. To 40% των χρηστών του Ιντερνετ επισκέπτεται ιστοσελίδες εφημερίδων. Ενας επισκέπτης, βέβαια, είναι κάτι διαφορετικό από έναν αναγνώστη, αλλά το στοιχείο αυτό αποτελεί ένα μέτρο επιλογής.

  • Ξεπερασμένο καλούπι

Το Διαδίκτυο είναι το μέλλον. Ομως, επειδή η online διαφήμιση αποτελεί μόνο το 10% των συνολικών διαφημιστικών εσόδων, οι εφημερίδες υφίστανται οικονομική αιμορραγία. Στη σημερινή της μορφή, και ακόμα και στην καλύτερη προοπτική της που μπορούμε να προβλέψουμε, η διαδικτυακή εφημερίδα δεν μπορεί να φέρει αρκετά χρήματα για να διατηρήσει επαρκές δημοσιογραφικό δυναμικό στις μεγάλες εφημερίδες. Υπάρχει κρίση επιχειρηματικού μοντέλου, όπως λένε εδώ και αρκετά χρόνια. Οι μυλόπετρες του καπιταλισμού συντρίβουν ένα ξεπερασμένο καλούπι. Κάτι καινούργιο θα εμφανιστεί, που θα συνδυάζει την έντυπη και την ψηφιακή έκδοση.

Στο μεταξύ, οι ρεπόρτερ των εφημερίδων έχουν έτοιμη τη φωτογραφική τους μηχανή, κουβαλάνε το λάπτοπ τους, πατάνε τα κουμπιά στο κασετόφωνο, ανοίγουν και το σημειωματάριό τους και προσπαθούν φιλότιμα να καλύψουν ένα ρεπορτάζ που τώρα χρειάζεται να παρουσιαστεί σε τρία διαφορετικά «φορμά», αν όχι περισσότερα.

Ποια άλλη εναλλακτική δυνατότητα υπάρχει; Είναι πιθανόν κάποιοι πολιτικά ευαίσθητοι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί να καταλήξουν να έχουν στην ιδιοκτησία τους μια-δυο μεγάλες εθνικές εφημερίδες, και να τις διαχειρίζονται σαν ιδρύματα εξασφαλίζοντας την επιβίωσή τους. Αυτό όμως είναι πολύ περιορισμένη λύση, που θα πάσχει από προβλήματα ελέγχου και ευελιξίας, και δεν πρόκειται να καλύπτει την επικαιρότητα και τις ειδήσεις τοπικού ενδιαφέροντος.

  • Χωρίς δημοσιογράφους;

Η άλλη απάντηση είναι «αντίο, και τι έγινε;» Δείτε τα νούμερα που δημοσιεύονται αυτό τον καιρό για τη βιομηχανία αυτοκινήτων, με την Τζένεραλ Μότορς να διολισθαίνει προς τη χρεοκοπία. Επιπλέον, υπάρχει μπόλικο κουτσομπολιό, πολιτικός σχολιασμός και ενίοτε εύστοχες αναλύσεις σε ιστοσελίδες όπως το Drudge Report ή το The Huffington Post – παρότι στηρίζονται στην πλάτη ειδησεογραφικών πρακτορείων και άλλων παραδοσιακών μονάδων συλλογής πληροφοριών. Κάποια μέρα, όχι πολύ μακριά από τώρα, αυτά τα διαδικτυακά περίπτερα θα καταλάβουν ότι δεν μπορούν να παράγουν δημοσιογραφία χωρίς δημοσιογράφους και ότι μια μηχανή ψηφιακής αναζήτησης δεν μπορεί να αντικαταστήσει έναν περίεργο ρεπόρτερ.

Και πόσα χρήματα βγάζουν οι περισσότεροι συνεισφέροντες στο Huffington Post; Απολύτως τίποτα. «Δεν πληρώνουμε, δεν είναι αυτό το οικονομικό μας μοντέλο», όπως έχει πει ο συνιδρυτής του, Κεν Λέρερ. Από τη χαμηλή αμοιβή στη μηδενική αμοιβή – αυτή είναι η Νέα Δημοσιογραφία σε μια επιχείρηση που αποκαλεί τον εαυτό της «διαδικτυακή εφημερίδα». Ναι, κάποιοι από τους ανθρώπους που συνεισφέρουν τα πονήματά τους στην ιστοσελίδα του Huffington Post μπορεί να είναι διατεθειμένοι να δουλεύουν δωρεάν. Αυτό όμως είναι, τουλάχιστον, αντιαμερικανικό.

Πριν από πολλά χρόνια ήμουν μέλος του συνδικάτου χαλυβουργών, και έχω επίσης δουλέψει σε λιμάνια. Αν κάποιος από τους παλιούς συναδέλφους μου άκουγε τώρα ότι ανήκω σε έναν επαγγελματικό κλάδο που ζητάει από τους ανθρώπους να δουλεύουν δωρεάν, θα έβαζε τα γέλια. Και αν συνήθιζε να διαβάζει το Huffington Post, πιθανότατα θα σταματούσε. Η «προοδευτική» ιδεολογία για την οποία τόσο συχνά καυχάται η ψηφιακή εφημερίδα, δεν περιλαμβάνει, φαίνεται, την αρχή της αξιοπρεπούς αμοιβής για τους συντάκτες της. Θα μπορούσε έτσι η δημοσιογραφία να απομείνει στα χέρια μιας ταξιαρχίας γραφιάδων που να «καλύπτουν» τις εναπομένουσες καθημερινές εφημερίδες δουλεύοντας σπίτι με τις πιτζάμες τους, χωρίς ποτέ να χρειαστεί να συναντηθούν και να πιάσουν κουβέντα μ’ έναν αστυνομικό, ένα συνήγορο υπεράσπισης ή μια απελπισμένη οικογένεια σε καταφύγιο του Ερυθρού Σταυρού μετά από κάποια πυρκαγιά ή πλημμύρα.

  • Με στυλ και πνεύμα

Εκείνο που θα ήθελα φέτος, καθώς στην Αμερική διανύουμε άλλη μια προεκλογική εκστρατεία, είναι να ζητήσω από τους αναγνώστες να μη βλέπουν τις εφημερίδες απλώς σαν άλλη μια παράπλευρη απώλεια στον πόλεμο των μπίζνες. Σίγουρα, οι ρεπόρτερ μπορεί ενίοτε να γράφουν ηλιθιότητες και να αφηγούνται βλακώδεις ιστορίες. Αλλά, στις καλύτερες μέρες της, μια εφημερίδα είναι ένα θαύμα στυλ και πνεύματος, με σπουδαίες ειδήσεις σε μονόστηλα και εφήμερες δηλώσεις σε πρωτοσέλιδα, ένα ημερολόγιο των πράξεών μας.

Είναι πιθανόν να αποδείξουμε ότι τελικά δεν συμφωνούμε με την προτίμηση του Τζέφερσον. Πιθανόν ένα έθνος να μπορεί να λειτουργήσει χωρίς εφημερίδες. Τότε όμως θα είναι μια συνομοσπονδία χοντροκέφαλων. [Η Καθημερινή, 17-08-2008]

  • * Ο Τίμοθι Ιγκαν έχει εργαστεί επί 18 χρόνια στους New York Times, πρώτα ως ανταποκριτής της περιοχής Βορειοδυτικού Ειρηνικού και κατόπιν ως οικονομικός ρεπόρτερ.

Υποβολή απάντησης


Κατηγορίες