Eίναι εκπληκτικό, αλλά μόλις σήμανε το καμπανάκι του κλεισίματος του «Ελεύθερου Τύπου» όλοι οι παράγοντες του χώρου της ενημέρωσης πήραν τις κλασικές τους θέσεις. Σαν σε καλοκουρδισμένη άσκηση (από αυτές που δεν βλέπουμε να κάνουν οι υπηρεσίες ασφαλείας) όλοι -μα όλοι! – απάντησαν με τον προβλέψιμο τρόπο. Οι Ενώσεις Συντακτών κήρυξαν απεργία και έκαναν διαδήλωση, τα συνδικάτα εκστόμισαν το κλασικό «ούτε ένας εργαζόμενος στον δρόμο», οι κεντροδεξιές εφημερίδες διαλάλησαν την «παραταξιακότητά» τους, οι κεντροαριστερές εφημερίδες φώναξαν ότι η «ενημέρωση δεν είναι εμπόρευμα», οι συνήθεις φωνακλάδες των παραθύρων έμπηξαν τις φωνές. Με άλλα λόγια, το σύστημα αναπαράγεται αμετάβλητο, έστω και αν κάθε φορά αναπαράγεται σε χαμηλότερο επίπεδο. Το ερώτημα είναι τι γίνεται από δω και πέρα, διότι πέρα από τα κλασικά επίσης αφιερώματα που θα γίνουν για την κρίση του Τύπου είναι σίγουρο ότι και αυτό θα περάσει. Μπορεί να μην περάσει για τους 450 ανέργους του συγκροτήματος Αγγελοπούλου, αλλά πάμε στοίχημα ότι την επόμενη εβδομάδα θα συζητάμε για την επόμενη κρίση;
Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι τι κάνουμε -ως κοινωνία, όχι ως δημοσιογράφοι- από δω και πέρα. Οχι μόνο για το ορφανό συγκρότημα του «Ιδρύματος Τύπου», αλλά συνολικά. Διότι ακόμη και αν είναι αληθείς οι πληροφορίες περί εξαγοράς του, το πρόβλημα στον χώρο παραμένει. Αν μάλιστα η εξαγορά είναι αδιαφανής, όπως συνήθως γίνεται στην αγορά των ΜΜΕ, το πρόβλημα θα διογκωθεί και θα σκάσει μεγαλύτερο στο άμεσο μέλλον.
Το πρώτο που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι ο Τύπος παγκοσμίως είναι η κλωστοϋφαντουργία των καιρών μας. Ειδικά στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά διογκωμένος (και αυτό είναι προϊόν πολιτικών επιλογών που έγιναν διαχρονικά), κρατικοδίαιτος και αναξιόπιστος. Αυτό σημαίνει ότι αργά ή γρήγορα επιχειρήσεις θα κλείσουν και άνθρωποι θα μείνουν άνεργοι. Το σύνθημα, λοιπόν, «κανένας εργαζόμενος στον δρόμο» έχει νόημα μόνο αν από τώρα σκεφθούμε τρόπους για το τι θα γίνουν οι εργαζόμενοι που θα μείνουν στον δρόμο. Εκ των πραγμάτων 26 εφημερίδες και 10 κανάλια (πανελλαδικής κυκλοφορίας και εμβέλειας) δεν χωράνε σε μια αγορά έντεκα εκατομμυρίων, όταν μάλιστα οι περισσότεροι από τους κατοίκους αυτής της χώρας δεν διαβάζουν και αδιαφορούν για τα πολιτικά τεκταινόμενα.
Αυτό σημαίνει ότι μοντέλα εκτόνωσης της κρίσης που έρχεται πρέπει από τώρα να σχεδιαστούν. Εχει γίνει για άλλες φθίνουσες βιομηχανίες και πρέπει να βγουν από τα συρτάρια και για την αγορά των ΜΜΕ.
Το δεύτερο που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι όσο πιο νωρίς ξεσπάσει η κρίση τόσο πιο καλά θα είναι μακροπρόθεσμα τα πράγματα. Αυτήν τη στιγμή η αρρώστια των ΜΜΕ είναι εμφανής και αηδιάζει τους πελάτες τους. Η κρατική δίαιτα και τα συνακόλουθα πολιτικά παιχνιδάκια των ΜΜΕ δημιουργούν αποστροφή στο σύνολο του ελληνικού λαού. Δεν ξέρουμε καν αν το πλήγμα αξιοπιστίας της δημοσιογραφίας είναι ιάσιμο. Σήμερα πάντως κοντά στα πολλά ξερά καίγονται και τα χλωρά. Τα ψεύτικα ρεπορτάζ των εφημερίδων, οι εικονικές πραγματικότητες που τα διψασμένα για τηλεθέαση κανάλια δημιουργούν, πλήττουν τους πάντες. Ο πολύς κόσμος θεωρεί αδίκως ότι «όλα τα ΜΜΕ είναι ίδια».
Το πρόβλημα είναι ότι σε περίοδο οικονομικής κρίσης ο ανταγωνισμός για την διαρκώς συρρικνούμενη πίτα θα γίνει πιο σκληρός και λιγότερο υγιής. Οταν υπάρχουν δεκάδες επιχειρήσεις που ζουν από τις υπογραφές υπουργών, η εξ ανάγκης μείωση των κρατικών κονδυλίων θα δημιουργήσει φαινόμενα κανιβαλισμού και σπασμωδικών κινήσεων στον χώρο, κινήσεις που θα επιτείνουν την κρίση αντί να την θεραπεύσουν.
Τρίτον και κυριότερο, απαιτείται συνολική αναθεώρηση των αντιλήψεών μας για τη βιομηχανία της ενημέρωσης. Αντί να αναπαράγουμε όσα μας οδήγησαν στα σημερινά αδιέξοδα, πρέπει να ξαναπιάσουμε το νήμα από την αρχή. Ο κομματισμός της δεκαετίας του ’80, η «σουπερμαρκετοποίηση» του Τύπου στη δεκαετία του 1990, ο αβαθής αντιιμπεριαλισμός της μεταπολίτευσης, ο αδιέξοδος κρατισμός και οι σχέσεις των δημοσιογράφων με το εκάστοτε γκουβέρνο, μας οδήγησαν σε αδιέξοδα. Οσα Μέσα Ενημέρωσης μείνουν, θα μείνουν επειδή θα προσφέρουν προστιθέμενη αξία και δεν θα αναπαράγουν τις ιδεολογικές αγκυλώσεις και την παραπληροφόρηση επειδή εξυπηρετούν σκοπιμότητες του κράτους – τροφοδότη τους.
Ενα είναι δεδομένο: αυτή η «καταραμένη αγορά» θα λύσει τα προβλήματα στον χώρο των ΜΜΕ με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Απλώς, ο άλλος τρόπος θα είναι λιγότερο επώδυνος για τους εργαζομένους αλλά και επωφελής για τη δημοκρατία, πυλώνας της οποίας παραμένει ο υγιής Τύπος.
- Η αλλαγή στην αγορά
«Τα αμερικανικά ΜΜΕ θα είναι η General Motors της δεκαετίας του ’90» είχε προβλέψει ο συγγραφέας Michael Crigton. «Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης είναι βιομηχανία που παράγουν πληροφορία και όπως οι υπόλοιπες αμερικανικές βιομηχανίες, τα ΜΜΕ παράγουν προϊόν πολύ χαμηλής ποιότητας. Η πληροφορία τους είναι αναξιόπιστη, περιέχει πολύ χρώμιο και λάμψη, οι πόρτες τρίζουν, μένει στα φανάρια και πωλείται χωρίς εγγύηση. Τα προϊόντα των ΜΜΕ δεν είναι τίποτε περισσότερο από φανταχτερά σκουπίδια. Γι’ αυτό ο κόσμος σταμάτησε να τα αγοράζει… Αντί να επικεντρωθούν στην ποιότητα, τα ΜΜΕ προσπάθησαν να γίνουν ζωηρόχρωμα και τραβηχτικά -πουλώντας το ξίγκι αντί του φιλέτου, τον παρουσιαστή της εκπομπής αντί του καλεσμένου, τη φόρμα αντί του περιεχομένου. Ετσι όμως εγκατέλειψαν το κοινό τους…» (Mediasaurus, Wired 1.4).
Αν αυτά ισχύουν για τα αμερικανικά ΜΜΕ, μπορούμε να φανταστούμε πόσο επίκαιρα είναι για τα ελληνικά (η πτώση των κυκλοφοριών των καθημερινών εφημερίδων από το 1990 είναι της τάξης του 80%). Η αλήθεια είναι πως οι ελληνικές εφημερίδες δοκίμασαν πολλά για να ανακόψουν την πτώση. Εβαλαν χρώματα, αύξησαν σελίδες, ενσωμάτωσαν ένθετα κ. λπ. Μέχρι και σούπερ μάρκετ έγιναν. (Το αστείο είναι ότι τα πολλά από τα προϊόντα που προσέφεραν -διά των κουπονιών- ήταν εξίσου χαμηλής ποιότητας, όσο και οι εφημερίδες). Μόνο ένα δεν έκαναν: να επενδύσουν στο περιεχόμενο, το οποίο είναι το πραγματικό προϊόν που πουλάει ένα Μέσο Ενημέρωσης. Η επανεκπαίδευση του προσωπικού είναι άγνωστη έννοια για τις επιχειρήσεις, όσο και η διά βίου μάθηση για τους δημοσιογράφους, όσο και η δεοντολογική επιμόρφωση για τα σωματεία. Η γνώση είναι σχεδόν εξοβελισμένη από τον χώρο των ΜΜΕ. Ετσι όμως εξοβέλισαν και τον πυρήνα των καταναλωτών τους. Αναγνώστες υπάρχουν στην Ελλάδα. Μόνο που πλέον έχουν πολλές εναλλακτικές πηγές πληροφόρησης, μπορούν να συγκρίνουν την πληροφορία, να κρίνουν την αξιοπιστία της. Το παλιό αξίωμα που ψιθυριζόταν στις εφημερίδες «πολλοί θα το δουν, λίγοι θα το καταλάβουν» δεν ισχύει πλέον, διότι αγορά των εφημερίδων είναι ακριβώς αυτοί οι λίγοι που καταλαβαίνουν.
Ιnfo
- Δημήτρης Ψυχογιός, «Το αβέβαιο μέλλον του αθηναϊκού τύπου» εκδ. Δίαυλος
- Λουκία Δρούλια και Γιούλα Κουτσοπανάγου (επιμ.), «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου, 1784-1974», εκδ. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών
- Μιχάλης Κατσίγερας, «Οι Πρώτες σελίδες Ελλάδα 20ός αιώνας», εκδ. «Ποταμός»
- Tου Πασχου Μανδραβελη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 28 Iουνίου 2009