RSS

Μηνιαία Αρχεία:Ιουνίου 2009

Η ζωή και ο θάνατος του «Ελεύθερου Τύπου»

  • Η χρυσή εποχή του Αρη και της Λίλιαν Βουδούρη, οι κλυδωνισμοί μετά τον θάνατο των εκδοτών και το εγχείρημα του ζεύγους Αγγελοπούλου


Στιγμιότυπο από τη συνέλευση των εργαζομένων στον «Ελεύθερο Τύπο» την περασμένη Δευτέρα

Εντυπωσιακές, σαφώς δαπανηρές, προσφορές, αλλά και πανάκριβα ένθετα, προσπαθούν να τονώσουν την αναιμική κυκλοφορία. Η διεισδυτικότητα της εφημερίδας, ιδίως στους παραδοσιακούς της αναγνώστες, είναι πια πολύ χαμηλή. Διόλου τυχαία, μέσα στα τρία χρόνια της έκδοσής του ο «Ελεύθερος Τύπος» της Γιάννας θα αλλάξει τέσσερις διευθυντές, περίπου όσους μετρά στην ιστορία του πριν από την έλευσή της: τον κ. Λ. Σμαΐλη, τον κ. Ι. Παπουτσάνη, τον κ. Αντ. Παπαγιαννίδη και τον κ. Σερ. Κοτρώτσο. Στο διάστημα αυτό η ίδια επιλέγει να τηρήσει πιο διακριτική προσωπική στάση, συγκριτικά με αυτή του παρελθόντος. Στις ελάχιστες στιγμές δημόσιας προβολής της συγκαταλέγεται η τιμητική της διάκριση με τα διάσημα του Ιππότη του Εθνικού Τάγματος της Λεγεώνας της Τιμής, από τον γάλλο πρεσβευτή κ. Κριστόφ Φαρνό, στις 15 Οκτωβρίου του 2008. Τα οικονομικά μεγέθη έχουν εν τω μεταξύ αρχίσει να αποκτούν έντονα αρνητικό πρόσημο για τον κ. Θ. Αγγελόπουλο. Το ακριβές ύψος της ζημιάς κρίνεται αδύνατον να προσδιοριστεί, σίγουρα υπερβαίνει τα 50 εκατ. ευρώ, ενώ ορισμένοι μιλούν και για ποσό άνω των 75 εκατ. ευρώ. Οι απώλειες είναι εντυπωσιακές, δεν είναι όμως και οι μοναδικές.

Η διεθνής οικονομική συγκυρία έρχεται να πλήξει ακόμη δύο σημαντικές δραστηριότητες του επιχειρηματία τόσο στον ναυτιλιακό όσο και στον τραπεζικό τομέαεκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια εκταμιεύονται προκειμένου να καλυφθεί η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ελβετικής τράπεζας UΒS, της οποίας είναι εκ των πλέον σημαντικών μετόχων.

  • Η πρώτη κρίση
  • Η μεταβίβαση στο Ιδρυμα Τύπου

Ο Αρης και η Λίλιαν Βουδούρη τη χρυσή εποχή του «Ελεύθερου Τύπου»

O«Ελεύθερος Τύπος» θα περάσει την πρώτη δομική κρίση του όταν το ζεύγος Βουδούρη δεν θα είναι πια στη ζωή. Πρώτη φεύγει η Λίλιαν Βουδούρη, ξαφνικά από εγκεφαλικό. Η απώλειά της φέρνει σε τραγική κατάσταση τον Αρη Βουδούρη, οι καθημερινές επισκέψεις στον τάφο της τον αποδιοργανώνουν ψυχολογικά και αργότερα την ακολουθεί κι εκείνος έπειτα από αυτοκινητικό δυστύχημα στη Βουλιαγμένης. Με διαθήκη του, που συντάσσει στην 31η επέτειο της γνωριμίας τους, ο Βουδούρης θέλει την περιουσία του Ιδρύματος Τύπου που ελέγχει την εφημερίδα να περνά στο νεότευκτο Ιδρυμα Λίλιαν Βουδούρη. Πρόεδρο τοποθετεί τον τότε Μητροπολίτη Δημητριάδος και κατοπινό Αρχιεπίσκοπο μακαριστό Χριστόδουλο, ενώ επιτρέπει ρόλο στο διοικητικό συμβούλιο σε στενούς συγγενείς, όπως ο σκηνοθέτης Λεωνίδας Τριβιζάς, σε φίλους του ζεύγους, όπως ο κ. Μιλτ. (Μάκης) Σαρρής, σε καλλιτέχνες, όπως ο Δημήτρης Χορν, αλλά και σε γνωστούς πολιτικούς της Νέας Δημοκρατίας: τον κ. Μιλτ. Εβερτ, τον κ. Ι. Βαρβιτσιώτη και τον κ. Ι. Παλαιοκρασσά. Από το Ιδρυμα θα περάσουν και άλλα γνωστά ονόματα της δημόσιας ζωής, όπως ο ποινικολόγος κ. Αλ. Κατσαντώνης, αλλά και ο επιχειρηματίας κ. Θ. Λιακουνάκος.

Στο πέρασμα του χρόνου, το Ιδρυμα θα κατηγορηθεί ενίοτε για οικονομική ασυδοσία και διαχρονικά για άσκηση πολιτικών παιχνιδιών που έβλαψαν δημοσιογραφικά την εφημερίδα. Τη διετία 1993- 1995 και ενώ ο κ. Ρίζος έχει πλέον αποχωρήσει και εκδίδει τον «Αδέσμευτο Τύπο», στην καρέκλα του διευθυντή κάθεται ξανά ο κ. Πασαλάρης . Αποχωρεί, παραμένοντας ως αρθρογράφος, το 1996, οπότε καθήκοντα διευθυντή αναλαμβάνει ο κ. Γ. Κύρτσος.

  • Οι εργαζόμενοι
  • «Ηθικά απαράδεκτη η απόφαση για λουκέτο»

Ο «Ελεύθερος Τύπος» στα περίπτερα πριν από την αλλαγή του λογότυπου της εφημερίδας
Oι 450 εργαζόμενοι, μετέωροι σήμερα, καταφέρονται εναντίον του ζεύγους Αγγελοπούλου. Καταγγέλλουν ως «ανεύθυνη, προκλητική και ηθικά απαράδεκτη την απόφαση για λουκέτο». Κάνουν λόγο για «αιφνιδιαστική, εν κρυπτώ ενέργεια», αλλά και για «φαραωνικές σπατάλες», για να ικανοποιηθούν κάθε λογής φιλοδοξίες, αλλά και «στρατιές ημετέρων που παρήλασαν από την εφημερίδα». «Να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών, έγινε σειρά αποτυχημένων επιλογών, σε επίπεδο διοίκησης, δημοσιογραφικής διεύθυνσης και εμπορικής στρατηγικής, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν σοβαρότατα προβλήματα σε μια από τις ιστορικές παραδοσιακές εφημερίδες της χώρας μας» τονίζουν οι εργαζόμενοι.

  • ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΟΛΛΙΑ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 28 Ιουνίου 2009
 

Κανόνες ή παζάρια;

  • Tου Αλεξη Παπαχελα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 28/6/2009

Eίναι το κλείσιμο του «Ελεύθερου Τύπου» η αρχή του ξεφουσκώματος μιας ακόμη ελληνικής «φούσκας»; Αυτό είναι ένα κρίσιμο ερώτημα που θα απαντηθεί από τη ζωή τους επόμενους μήνες. Γεγονός είναι πως εδώ και πολλά χρόνια, όλοι οι ειδικοί σε θέματα Τύπου επισημαίνουν πως η Ελλάδα έχει πολύ περισσότερα κανάλια και εφημερίδες από όσα αντέχει ή από όσα της αναλογούν για το μέγεθος του πληθυσμού. Κάποιοι ισχυρίζονται πως αυτό είναι καλό για τη δημοκρατία μας και την πολυφωνία. Κάποιοι άλλοι πάλι πιστεύουν πως πίσω από την πανσπερμία των μέσων ενημέρωσης κρύβονται ελληνικές ιδιαιτερότητες, οι οποίες δεν είναι απαραιτήτως κολακευτικές για τη χώρα μας.

Μία φράση έκανε μεγάλη εντύπωση από την ανακοίνωση του Ιδρύματος Τύπου για το κλείσιμο της εφημερίδας: «Ενα μέσο ενημέρωσης δεν μπορεί να λειτουργεί με μεγάλες ζημίες και αυτό να συνεχίζεται επί μακρόν, χωρίς να δημιουργεί παρανοήσεις». Πράγματι, είναι λογικό κάποια μέσα ενημέρωσης να έχουν ζημίες φέτος λόγω της οικονομικής κρίσης. Πώς όμως και για ποιον λόγο μπορεί να υπάρχουν ΜΜΕ τα οποία συσσωρεύουν ζημίες και κανείς δεν δίνει λογαριασμό για το ποιος τα χρηματοδοτεί, προφανώς αδιαφανώς; Ισως έχει έλθει η στιγμή να εφαρμοσθεί η ιδέα που απαντάται στο εξωτερικό για το αρνητικό «πόθεν έσχες» στον χώρο των ΜΜΕ.

Ο Τύπος στην Ελλάδα έχει, όμως, μία ακόμη ιδιαιτερότητα. Οι πολιτικοί που έρχονται στην εξουσία αντιμετωπίζουν μια πλειάδα εκβιασμών από ιδιοκτήτες ΜΜΕ και πάντοτε, μα πάντοτε, ενδίδουν στις πιέσεις τους για προνομιακή μεταχείριση. Αλλοι δεν πληρώνουν ΙΚΑ, άλλοι ΟΤΕ, άλλοι παραβιάζουν κάθε εργατική νομοθεσία δημιουργώντας ένα εξαιρετικά ανθυγιεινό περιβάλλον για όσους κάνουν το λάθος να παίζουν με βάση τους επίσημους κανόνες και όρους του παιχνιδιού. Το περίεργο είναι πως από αυτή τη συναλλαγή ποτέ δεν βγαίνει κερδισμένη η όποια κυβέρνηση, πρώτον, γιατί της κάνει μεγάλη ζημιά η ταύτιση με τέτοιου τύπου συμφέροντα και δεύτερον, γιατί ο ευεργετηθείς εκδότης το «στρίβει» με την πρώτη αρνητική δημοσκόπηση.

Εν πάση περιπτώσει, είναι η ώρα να μπουν σαφείς και διαφανείς κανόνες στο πώς μοιράζεται η κρατική διαφήμιση και για το ποιες πρέπει να είναι οι σχέσεις κράτους και ΜΜΕ. Αν το κράτος αποφασίσει πως ο χώρος του Τύπου συνιστά πλέον προβληματικό κλάδο, θα μπορούσε να τον επιδοτήσει -όπως συνέβη στη Γαλλία- με ευρηματικούς τρόπους που θα τον βοηθήσουν να προσαρμοσθεί στις νέες πραγματικότητες. Αν όμως μπούμε σε ένα παζάρι όπου απλώς το κράτος θα θέλει να έχει «στο χέρι» διάφορα έντυπα, η ζημιά στην αξιοπιστία του Τύπου θα είναι μεγάλη.

Με το κλείσιμο του «Ελεύθερου Τύπου» αντιληφθήκαμε και στη δική μας αυλή πως υπάρχει κρίση στον Τύπο. Κανείς μας δεν μπορεί να προβλέψει αν και ποια κανάλια και εφημερίδες θα κλείσουν τα επόμενα 1-2 χρόνια. Σίγουρα υπάρχουν κραυγαλέες περιπτώσεις οι οποίες δικαιολογούνται μόνο επειδή οι ιδιοκτήτες τους έχουν βρει δημιουργικούς τρόπους να τα χρησιμοποιούν ως μέσο πίεσης για άλλες δραστηριότητες. Κάποιοι πιστεύουν πως τα ΜΜΕ στην Ελλάδα μπορεί να συνεχίζουν να επιβιώνουν με μεγάλες ζημίες, δραματική μείωση των διαφημιστικών τους εσόδων και μεγάλες αυξήσεις στους εργαζομένους. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ πιο σκληρή και άσχετα από το ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, σημασία έχει να αρχίσει ένας ουσιαστικός διάλογος για το τι πρέπει να αλλάξει στον Τύπο στην Ελλάδα. Ο «Ελεύθερος Τύπος» μπορεί να έκλεισε λόγω υπερβάλλοντος ναρκισσισμού και της παγκόσμιας (όχι ελληνικής) κρίσης. Εκανε, όμως, ακόμη πιο ανάγλυφη τη σκληρή πραγματικότητα στον χώρο του Τύπου και την ανάγκη να σταματήσουν τα φαινόμενα της ανομίας και των ελληνικών ανωμαλιών στον χώρο των ΜΜΕ.

 
Leave a comment

Αναρτήθηκε από τον/την στο Ιουνίου 28, 2009 in Εφημερίδες, Ελεύθερος Τύπος, Κρίση του Τύπου

 

Οταν έφτασε η κρίση

Eίναι εκπληκτικό, αλλά μόλις σήμανε το καμπανάκι του κλεισίματος του «Ελεύθερου Τύπου» όλοι οι παράγοντες του χώρου της ενημέρωσης πήραν τις κλασικές τους θέσεις. Σαν σε καλοκουρδισμένη άσκηση (από αυτές που δεν βλέπουμε να κάνουν οι υπηρεσίες ασφαλείας) όλοι -μα όλοι! – απάντησαν με τον προβλέψιμο τρόπο. Οι Ενώσεις Συντακτών κήρυξαν απεργία και έκαναν διαδήλωση, τα συνδικάτα εκστόμισαν το κλασικό «ούτε ένας εργαζόμενος στον δρόμο», οι κεντροδεξιές εφημερίδες διαλάλησαν την «παραταξιακότητά» τους, οι κεντροαριστερές εφημερίδες φώναξαν ότι η «ενημέρωση δεν είναι εμπόρευμα», οι συνήθεις φωνακλάδες των παραθύρων έμπηξαν τις φωνές. Με άλλα λόγια, το σύστημα αναπαράγεται αμετάβλητο, έστω και αν κάθε φορά αναπαράγεται σε χαμηλότερο επίπεδο. Το ερώτημα είναι τι γίνεται από δω και πέρα, διότι πέρα από τα κλασικά επίσης αφιερώματα που θα γίνουν για την κρίση του Τύπου είναι σίγουρο ότι και αυτό θα περάσει. Μπορεί να μην περάσει για τους 450 ανέργους του συγκροτήματος Αγγελοπούλου, αλλά πάμε στοίχημα ότι την επόμενη εβδομάδα θα συζητάμε για την επόμενη κρίση;

Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι τι κάνουμε -ως κοινωνία, όχι ως δημοσιογράφοι- από δω και πέρα. Οχι μόνο για το ορφανό συγκρότημα του «Ιδρύματος Τύπου», αλλά συνολικά. Διότι ακόμη και αν είναι αληθείς οι πληροφορίες περί εξαγοράς του, το πρόβλημα στον χώρο παραμένει. Αν μάλιστα η εξαγορά είναι αδιαφανής, όπως συνήθως γίνεται στην αγορά των ΜΜΕ, το πρόβλημα θα διογκωθεί και θα σκάσει μεγαλύτερο στο άμεσο μέλλον.

Το πρώτο που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι ο Τύπος παγκοσμίως είναι η κλωστοϋφαντουργία των καιρών μας. Ειδικά στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά διογκωμένος (και αυτό είναι προϊόν πολιτικών επιλογών που έγιναν διαχρονικά), κρατικοδίαιτος και αναξιόπιστος. Αυτό σημαίνει ότι αργά ή γρήγορα επιχειρήσεις θα κλείσουν και άνθρωποι θα μείνουν άνεργοι. Το σύνθημα, λοιπόν, «κανένας εργαζόμενος στον δρόμο» έχει νόημα μόνο αν από τώρα σκεφθούμε τρόπους για το τι θα γίνουν οι εργαζόμενοι που θα μείνουν στον δρόμο. Εκ των πραγμάτων 26 εφημερίδες και 10 κανάλια (πανελλαδικής κυκλοφορίας και εμβέλειας) δεν χωράνε σε μια αγορά έντεκα εκατομμυρίων, όταν μάλιστα οι περισσότεροι από τους κατοίκους αυτής της χώρας δεν διαβάζουν και αδιαφορούν για τα πολιτικά τεκταινόμενα.

Αυτό σημαίνει ότι μοντέλα εκτόνωσης της κρίσης που έρχεται πρέπει από τώρα να σχεδιαστούν. Εχει γίνει για άλλες φθίνουσες βιομηχανίες και πρέπει να βγουν από τα συρτάρια και για την αγορά των ΜΜΕ.

Το δεύτερο που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι όσο πιο νωρίς ξεσπάσει η κρίση τόσο πιο καλά θα είναι μακροπρόθεσμα τα πράγματα. Αυτήν τη στιγμή η αρρώστια των ΜΜΕ είναι εμφανής και αηδιάζει τους πελάτες τους. Η κρατική δίαιτα και τα συνακόλουθα πολιτικά παιχνιδάκια των ΜΜΕ δημιουργούν αποστροφή στο σύνολο του ελληνικού λαού. Δεν ξέρουμε καν αν το πλήγμα αξιοπιστίας της δημοσιογραφίας είναι ιάσιμο. Σήμερα πάντως κοντά στα πολλά ξερά καίγονται και τα χλωρά. Τα ψεύτικα ρεπορτάζ των εφημερίδων, οι εικονικές πραγματικότητες που τα διψασμένα για τηλεθέαση κανάλια δημιουργούν, πλήττουν τους πάντες. Ο πολύς κόσμος θεωρεί αδίκως ότι «όλα τα ΜΜΕ είναι ίδια».

Το πρόβλημα είναι ότι σε περίοδο οικονομικής κρίσης ο ανταγωνισμός για την διαρκώς συρρικνούμενη πίτα θα γίνει πιο σκληρός και λιγότερο υγιής. Οταν υπάρχουν δεκάδες επιχειρήσεις που ζουν από τις υπογραφές υπουργών, η εξ ανάγκης μείωση των κρατικών κονδυλίων θα δημιουργήσει φαινόμενα κανιβαλισμού και σπασμωδικών κινήσεων στον χώρο, κινήσεις που θα επιτείνουν την κρίση αντί να την θεραπεύσουν.

Τρίτον και κυριότερο, απαιτείται συνολική αναθεώρηση των αντιλήψεών μας για τη βιομηχανία της ενημέρωσης. Αντί να αναπαράγουμε όσα μας οδήγησαν στα σημερινά αδιέξοδα, πρέπει να ξαναπιάσουμε το νήμα από την αρχή. Ο κομματισμός της δεκαετίας του ’80, η «σουπερμαρκετοποίηση» του Τύπου στη δεκαετία του 1990, ο αβαθής αντιιμπεριαλισμός της μεταπολίτευσης, ο αδιέξοδος κρατισμός και οι σχέσεις των δημοσιογράφων με το εκάστοτε γκουβέρνο, μας οδήγησαν σε αδιέξοδα. Οσα Μέσα Ενημέρωσης μείνουν, θα μείνουν επειδή θα προσφέρουν προστιθέμενη αξία και δεν θα αναπαράγουν τις ιδεολογικές αγκυλώσεις και την παραπληροφόρηση επειδή εξυπηρετούν σκοπιμότητες του κράτους – τροφοδότη τους.

Ενα είναι δεδομένο: αυτή η «καταραμένη αγορά» θα λύσει τα προβλήματα στον χώρο των ΜΜΕ με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Απλώς, ο άλλος τρόπος θα είναι λιγότερο επώδυνος για τους εργαζομένους αλλά και επωφελής για τη δημοκρατία, πυλώνας της οποίας παραμένει ο υγιής Τύπος.

  • Η αλλαγή στην αγορά

«Τα αμερικανικά ΜΜΕ θα είναι η General Motors της δεκαετίας του ’90» είχε προβλέψει ο συγγραφέας Michael Crigton. «Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης είναι βιομηχανία που παράγουν πληροφορία και όπως οι υπόλοιπες αμερικανικές βιομηχανίες, τα ΜΜΕ παράγουν προϊόν πολύ χαμηλής ποιότητας. Η πληροφορία τους είναι αναξιόπιστη, περιέχει πολύ χρώμιο και λάμψη, οι πόρτες τρίζουν, μένει στα φανάρια και πωλείται χωρίς εγγύηση. Τα προϊόντα των ΜΜΕ δεν είναι τίποτε περισσότερο από φανταχτερά σκουπίδια. Γι’ αυτό ο κόσμος σταμάτησε να τα αγοράζει… Αντί να επικεντρωθούν στην ποιότητα, τα ΜΜΕ προσπάθησαν να γίνουν ζωηρόχρωμα και τραβηχτικά -πουλώντας το ξίγκι αντί του φιλέτου, τον παρουσιαστή της εκπομπής αντί του καλεσμένου, τη φόρμα αντί του περιεχομένου. Ετσι όμως εγκατέλειψαν το κοινό τους…» (Mediasaurus, Wired 1.4).

Αν αυτά ισχύουν για τα αμερικανικά ΜΜΕ, μπορούμε να φανταστούμε πόσο επίκαιρα είναι για τα ελληνικά (η πτώση των κυκλοφοριών των καθημερινών εφημερίδων από το 1990 είναι της τάξης του 80%). Η αλήθεια είναι πως οι ελληνικές εφημερίδες δοκίμασαν πολλά για να ανακόψουν την πτώση. Εβαλαν χρώματα, αύξησαν σελίδες, ενσωμάτωσαν ένθετα κ. λπ. Μέχρι και σούπερ μάρκετ έγιναν. (Το αστείο είναι ότι τα πολλά από τα προϊόντα που προσέφεραν -διά των κουπονιών- ήταν εξίσου χαμηλής ποιότητας, όσο και οι εφημερίδες). Μόνο ένα δεν έκαναν: να επενδύσουν στο περιεχόμενο, το οποίο είναι το πραγματικό προϊόν που πουλάει ένα Μέσο Ενημέρωσης. Η επανεκπαίδευση του προσωπικού είναι άγνωστη έννοια για τις επιχειρήσεις, όσο και η διά βίου μάθηση για τους δημοσιογράφους, όσο και η δεοντολογική επιμόρφωση για τα σωματεία. Η γνώση είναι σχεδόν εξοβελισμένη από τον χώρο των ΜΜΕ. Ετσι όμως εξοβέλισαν και τον πυρήνα των καταναλωτών τους. Αναγνώστες υπάρχουν στην Ελλάδα. Μόνο που πλέον έχουν πολλές εναλλακτικές πηγές πληροφόρησης, μπορούν να συγκρίνουν την πληροφορία, να κρίνουν την αξιοπιστία της. Το παλιό αξίωμα που ψιθυριζόταν στις εφημερίδες «πολλοί θα το δουν, λίγοι θα το καταλάβουν» δεν ισχύει πλέον, διότι αγορά των εφημερίδων είναι ακριβώς αυτοί οι λίγοι που καταλαβαίνουν.

Ιnfo

- Δημήτρης Ψυχογιός, «Το αβέβαιο μέλλον του αθηναϊκού τύπου» εκδ. Δίαυλος

- Λουκία Δρούλια και Γιούλα Κουτσοπανάγου (επιμ.), «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου, 1784-1974», εκδ. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών

- Μιχάλης Κατσίγερας, «Οι Πρώτες σελίδες Ελλάδα 20ός αιώνας», εκδ. «Ποταμός»

  • Tου Πασχου Μανδραβελη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 28 Iουνίου 2009
 
Leave a comment

Αναρτήθηκε από τον/την στο Ιουνίου 28, 2009 in Ελεύθερος Τύπος, Κρίση του Τύπου

 

Ετικέτες:

Αποψη: Το πόθεν έσχες των ζημιών

Του Δημητρη Χ. Παξινου*

Κάποτε υπήρξα εκδότης (!) εντύπου ονόματι «Δικηγορική Παρουσία», την οποία διένειμα ταχυδρομικώς σε 3.000 δικηγόρους, τηρώντας κανονικά βιβλία, καλούμενος να πληρώσω αγγελιόσημο για δύο διαφημίσεις αστείων ποσών, που φίλος μου παρεχώρησε και πάντα με τον φόβο μήπως κάποια παράλειψή μου (περιοδική δήλωση ΦΠΑ κάθε δίμηνο, εκκαθαριστικό ΦΠΑ, δηλώσεις φόρου εισοδήματος, δηλώσεις μεγάλης ακίνητης περιουσίας, συγκεντρωτική κατάσταση πελατών, προμηθευτών) με οδηγήσει σε δικαστικές περιπέτειες. Υστερα από κάποιους μήνες αναγκάσθηκα να κλείσω τα φορολογικά μου βιβλία, καθώς και να θέσω τέρμα στην εκδοτική μου διαδρομή!

Παλαιόθεν παρατηρούσα, στη χώρα όπου ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα, εφημερίδες και έντυπα να κυκλοφορούν χωρίς ουσιαστικά αναγνωστικό κοινό, να νέμονται μέρος των κρατικών διαφημίσεων και κάθε οικονομικό έτος να εμφανίζουν αρνητικό ισοζύγιο και μεγάλες ζημίες. Απορούσα, λοιπόν, για την καπατσοσύνη τους, ως πρώην εκδότης θαύμαζα τις ικανότητές τους και τη δυνατότητα να ζουν πλουσιοπάροχα, να κυριαρχούν στο πολιτικοκοινωνικό σκηνικό και γιατί όχι, να κατευθύνουν τις πολιτικές εξελίξεις. Αλλωστε, εύκολα το έντυπο μετατρέπεται σε αμείλικτο διώκτη και αυστηρό τιμωρό κάθε ανύποπτου πολίτη. Το ερώτημα είναι, τι γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις και πώς οι αρμόδιες αρχές επιβλέπουν την τήρηση της κείμενης νομοθεσίας επιβάλλοντας τις προβλεπόμενες κυρώσεις. Η απάντηση, φυσικά είναι, τίποτα απολύτως, πιθανότατα γιατί δεν υπάρχει η πολιτική βούληση να πατάξει τέτοια φαινόμενα, αντιθέτως τα επιβραβεύει και τα καθιστά υπεράνω του νόμου. Το ίδιο ισχύει με ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. Χρόνια λοιπόν, η εκάστοτε κυβέρνηση σε χρόνο ανύποπτο, κομπάζει, ότι θα βάλει τάξη στον χώρο των ΜΜΕ, για να λησμονήσει άμεσα τις εξαγγελίες και τις «απειλές» για τους εν δυνάμει εταίρους και συνεργάτες της, στους οποίους χορηγεί και προνόμια, προκειμένου να συνεχίσουν απρόσκοπτοι το έργο τους, σε βάρος των φορολογουμένων, σε βάρος και των εργαζομένων, που αναγκάζονται να δουλεύουν σε συνθήκες σκλαβιάς, αν δεν θέλουν ν’ απολυθούν. Η διαπλοκή και η διαφθορά στο μεγαλείο τους, να αποθεώνονται και να εμπνέουν και τους νεώτερους να μιμηθούν τα κατορθώματά τους και να γίνουν μεγάλοι και τρανοί. Κι απ’ την άλλη πλευρά, οι πολλοί, οι μεροκαματιάρηδες, που καλούνται να δώσουν από το στέρημά τους για τον κρατικό κορβανά, από τον οποίο επιδοτούνται όλοι αυτοί οι «καλοί άνθρωποι» ως ανταμοιβή για την «αντικειμενική» ενημέρωσή μας.

Θα μπει λοιπόν, μια τάξη στο χάος αυτό των ΜΜΕ;

Ιδού το ερώτημα για εύκολους λύτες.

Εύκολη και η απάντηση: οψέποτε καταργηθεί το πελατειακό κράτος, που οδηγεί στη διαφθορά και στην καταισχύνη. Οψόμεθα.

* Ο κ. Δ. Χ. Παξινός είναι πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 28 Iουνίου 2009

 

Τα πέντε λάθη που έκλεισαν τον Ε.Τ.

Tο καλοκαίρι του 2006, που η Γιάννα Aγγελοπούλου αγόρασε τον «Eλεύθερο Tύπο», ελάχιστοι πίστευαν ότι τα πράγματα σήμερα θα έφθαναν μέχρις εδώ. Kαι ακόμη λιγότεροι πίστευαν ότι θα επαναλαμβανόταν η περίοδος Kοσκωτά. Οταν -για να θυμίσουμε σε όσους έχουν επιλεκτική μνήμη- επίσης ένα μεγάλο κομμάτι της δημοσιογραφικής πιάτσας ενεπλάκη εμμέσως ή αμέσως στο συγκεκριμένο ημιτελές εγχείρημα.

H διαφορά, αυτή τη φορά, ήταν σαφής. H Γιάννα δεν ήταν δημιούργημα του Kουτσόγιωργα. Γι’ αυτό και πολλοί πίστεψαν ότι επρόκειτο για ένα πείραμα εκσυγχρονισμού του ελληνικού Τύπου. Ενας άνθρωπος με πολλά χρήματα, που δεν είχε ανάγκη καμία κυβέρνηση («δεν χρωστάμε, μας χρωστάνε» συνήθιζε να λέει η ίδια στα στελέχη της), και με τις υπερκομματικές δάφνες του «2004» ήταν μία εγγύηση.

  • Το πριν και το μετά

(Eπίσης, σήμερα, λίγοι θέλουν να θυμούνται τι ήταν ο E.T. πριν από την 3ετία της Γιάννας Aγγελοπούλου. Και ποιο ήταν το σύνηθες επίθετο της εφημερίδας που μέσα σε 20 χρόνια είχε αλλάξει τρεις φορές πολιτική γραμμή).

Ο E.T. ήταν μέχρι τότε όχι απλά μία κομματική εφημερίδα, αλλά μία ιδρυματοποιημένη εφημερίδα. Pουσφέτια κομματικών μελών του Δ.Σ., φοβίες, αόρατες γραμμές που έδιναν εντολές. Aλλά είχε τη ραχοκοκαλιά μιας εφημερίδας. Mε καλούς συντάκτες που, όσο και αν αυτολογοκρίνονταν λόγω ιδρυματισμού, την είδηση την έφερναν στην εφημερίδα. Aυτό ήταν και το πρώτο λάθος της νέας ιδιοκτησίας. Δεν αντελήφθη τι αγόρασε.

Αλλωστε, η ομάδα του «2004» που εγκαταστάθηκε στους Tράχωνες έπρεπε να βρεί νέο πεδίο για να συνεχίσει να διεκδικεί την εύνοια του «αφεντικού». Aυτό ήταν το δεύτερο λάθος της νέας ιδιοκτησίας, διότι η σπαρασσόμενη από προγενέστερους ανταγωνισμούς ομάδα του «2004» δεν είχε ιδέα από εφημερίδες. Γεμάτα αυτοπεποίθηση golden boys, 35άρηδες που πίστευαν ότι μπήκαν σε μία αγορά ως σωτήρες, με τα χρήματα της Aγγελοπούλου.

Tο τρίτο λάθος ήταν αναπόφευκτο: Παραγοντίζοντας ο καθένας για τον εαυτό του, προσέλαβαν στον E.T. ανθρώπους που κάποιους τους γνώριζαν είτε από κοσμικές εκδηλώσεις είτε από το… «2004». Προσετέθησαν και άλλοι στο δημοσιογραφικό κομμάτι, αλλά με τέτοιους όρους που έσπασαν τη σπονδυλική στήλη της εφημερίδας στα δύο. Oι καινούργιοι απαξίωναν τους παλαιούς και οι παλαιοί ζητούσαν τουλάχιστον μισθολογική εξομοίωση με τους καινούργιους (ιδίως επειδή έβλεπαν ότι πολλοί από τους ακριβοπληρωμένους όχι μόνο δεν σήκωναν τα μανίκια τους για να εργασθούν αλλά, παραγοντίζοντας, βούλιαζαν την εφημερίδα σε δημοσιογραφικές γκάφες. Mάλιστα σε μία από αυτές αναγκάστηκε σε διάψευση ο νυν πρωθυπουργός από το Πεκίνο!)

Kαι επειδή ακούγονται διάφορα τελευταίως περί της δήθεν αλλαγής γραμμής ως αιτία της κυκλοφοριακής βουτιάς, ένα μόνο θα θυμίσω: Στις φωτιές του 2007 που έκαψαν την Oλυμπία, οι παραδοσιακοί αρθρογράφοι του E.T. μιλούσαν για ξένους πράκτορες! Kαι -νωρίτερα- στη θύελλα των δομημένων ομολόγων απλώς σιωπούσαν ή «λιβάνιζαν» τη νέα ιδιοκτησία.

Mε τα 11.000.000 ευρώ η νέα ιδιοκτησία δεν αγόρασε μόνο μια εφημερίδα, αλλά και τη χαρά να νιώθει στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Aυτό ήταν το τέταρτο λάθος.

Tο πέμπτο ήταν οι Iσπανοί της Innovation που ανέλαβαν να ξανασχεδιάσουν την εφημερίδα, αλλά -επίσης- θέλησαν να διαμορφώσουν και το περιεχόμενο. Mε ευκολοφόρετα τσιτάτα εναντίον της πολιτικής «που έχει βαρεθεί ο κόσμος» πέτυχαν να δημιουργήσουν ένα «καθημερινό δημοσιογραφικό περιοδικό» -οι ίδιοι έτσι το χαρακτήρισαν στο site τους- το οποίο λανσαρίστηκε σε μία έντονη πολιτικά περίοδο. Παρά την έξοχη και πανάκριβη(;) διαφημιστική καμπάνια που υπέγραψε ο Tάσος Mπουλμέτης, ο E.T. δεν ξεπέρασε την πρώτη μέρα τα 50.000 φύλλα. Ωστόσο, η εφημερίδα -κατόπιν ρητής εντολής της νέας ιδιοκτησίας- έμεινε πιστή στο ισπανικό πρότυπο και ήταν ουσιαστικά απούσα από τις εξελίξεις.

  • «Να έχει κύρος»

Λίγο πριν από τις εκλογές του 2007, η Γιάννα Aγγελοπούλου είχε περιορίσει τις απαιτήσεις της: «Δεν με ενδιαφέρει να είμαστε πρώτοι σε κυκλοφορία. Aλλά φτιάξτε μου μια εφημερίδα που να είναι καλή. Nα έχει κύρος». Kαι ο Θόδωρος Aγγελόπουλος συμπλήρωνε πως η Guardian «δεν είναι πρώτη σε κυκλοφορία, αλλά είναι μία εξαιρετική εφημερίδα».

Ομως, οι εφημερίδες δεν είναι αγώνες που εξαντλούνται σε 15 μέρες, οπότε και είναι αρκετή μια στοχευμένη υπερπροσπάθεια. Oύτε οι αναγνώστες είναι θεατές. Δεν εξαρτώνται από το χρυσό μετάλλιο, αλλά εξαρτώνται από μία κυβερνητική (ή γενικά πολιτική) απόφαση και κατά συνέπεια από τη στάση μιας εφημερίδας. Aυτό, το ζεύγος Aγγελόπουλου πιθανόν να το κατάλαβε όταν οι ζημιές είχαν ξεπεράσει τα 120.000.000 ευρώ. Kαι έριξε την αυλαία. Δεν κατάφερε να γίνει εκδότης. Tου κόστισε κάμποσα εκατομμύρια, στους εργαζόμενους πολύ περισσότερο…

Του Τακη Kαμπυλη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 28 Iουνίου 2009

 
Leave a comment

Αναρτήθηκε από τον/την στο Ιουνίου 28, 2009 in Αγγελοπούλου Γιάννα, Ελεύθερος Τύπος, Κρίση του Τύπου

 

Καλύτερος Τύπος, χωρίς αναγνώστες! Πού οφείλεται η συρρίκνωση των κυκλοφοριών

Του Στελιου Παπαθανασοπουλου*

Η διακοπή της κυκλοφορίας του «Ελεύθερου Τύπου» ήρθε απλώς να επιβεβαιώσει ότι ο Τύπος στη χώρα μας, και ιδιαίτερα ο αθηναϊκός, βρίσκεται σε τροχιά έντονου προβληματισμού όσον αφορά το μέλλον του. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι η ελληνική αγορά κατακλύζεται από ένα πλήθος τηλεοπτικών σταθμών (γύρω στους 160), ραδιοφωνικών σταθμών (περίπου 1.200), εφημερίδων (περίπου 280 τοπικές, περιφερειακές και εθνικής κυκλοφορίας) και περιοδικών (περίπου 800), καθώς και ενός πλήθους ιντερνετικών πυλών και συναφών ιστολογίων. Στην περίπτωση του Τύπου, αν και μόνον αναλογιστεί κανείς ότι, σύμφωνα με τα ετήσια διαχρονικά στοιχεία, οι 13 απογευματινές εφημερίδες παρουσίασαν το 2008 μια μέση ημερήσια πανελλήνια κυκλοφορία της τάξης των 238.128 φύλλων και οι 8 πρωινές (με τις κυριακάτικες εκδόσεις τους) μια μέση κυκλοφορία 113.542 φύλλων, η εικόνα που συντίθεται προκαλεί έντονη ανησυχία, αν όχι τρόμο.

Παρότι, η συρρίκνωση των κυκλοφοριών του Τύπου στην εποχή του Διαδικτύου και της τηλεόρασης είναι ένα διεθνές φαινόμενο, στη χώρα μας είναι πολύ μεγαλύτερη και οφείλεται σ’ ένα συνδυασμό παραγόντων:

Πρώτον, η δομική κρίση, που εμφανίζει πέραν της μιας δεκαετίας ο Τύπος, δεν φαίνεται να έχει αντιμετωπιστεί, καθώς οι αντιδράσεις είναι ευκαιριακές ή σπασμωδικές.

Δεύτερον, η έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης μετέβαλε τις συνήθειες του κοινού όσον αφορά την παροχή της ενημέρωσης. Η ανεξέλεγκτη απορρύθμιση του τηλεοπτικού πεδίου δεν είχε μόνον αρνητικές επιδράσεις στην κρατική τηλεόραση, αλλά και στον Τύπο. Στις προηγούμενες δεκαετίες ο Τύπος ήταν το κυρίαρχο μαζικό μέσο της πολιτικής ενημέρωσης, εκμεταλλευόμενος το σφιχτό εναγκαλισμό της κρατικής τηλεόρασης από την εκάστοτε κυβέρνηση. Ομως, με την είσοδο των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών και τον εκδημοκρατισμό της ηλεκτρονικής ενημέρωσης, οι εφημερίδες έχασαν αυτό το βασικό τους «συγκριτικό πλεονέκτημα» στον χώρο της ενημέρωσης. Στην εποχή του Διαδικτύου, η κατάσταση είναι ακόμη δυσκολότερη.

Τρίτον, οι εφημερίδες δεν κατόρθωσαν να προασπίσουν ένα άλλο σημαντικό «συγκριτικό πλεονέκτημά» τους στη σύγχρονη ενημέρωση, όπως η κριτική και η σε βάθος ανάλυση των γεγονότων.

Τέταρτον, αν η τηλεόραση απέσπασε από τις εφημερίδες την αμεσότητα της ενημέρωσης, το Διαδίκτυο «λεηλάτησε» όποιο συγκριτικό πλεονέκτημα κι αν είχαν.

Πέμπτον, η έλλειψη αξιοπιστίας στη δημόσια και πολιτική ζωή είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της απογοήτευσης ή δυσπιστίας της κοινής γνώμης και την αδιαφορία προς τα κοινά με συνέπεια να αντικατοπτριστεί αυτό και στην κυκλοφορία των εφημερίδων. Η πολιτική δυσφορία και η εκλαμβανόμενη από την κοινή γνώμη πολιτική αναποτελεσματικότητα έχει σαφώς επηρεάσει αρνητικά τις κυκλοφορίες των εφημερίδων. Οταν ένας χώρος δεν παρουσιάζει «επιτυχίες», αλλά αντίθετα προκαλεί δυσφορία, αυτό έχει συνέπειες και στον φορέα που καταγράφει τα τεκταινόμενα του χώρου. Επιβεβαίωση αυτού είναι ότι ενώ οι πολιτικές εφημερίδες βρίσκονται σε μια αρνητική τροχιά, οι αθλητικές εφημερίδες «κεντρίζουν» το ενδιαφέρον των αναγνωστών και η πορεία τους, πάντα σε σχετικό πλαίσιο, είναι καλύτερη των πολιτικών φύλλων.

Εκτον, οι συνεχείς «πριμοδοτήσεις» των εντύπων από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 με εξωδημοσιογραφικά δώρα, ανέστειλαν την κάμψη, αλλά μόνο παροδικά και πρόσκαιρα. Δεν είναι τυχαίο ότι τα δώρα εκλήφθησαν από το κοινό ότι αποτελούσαν συστατικό στοιχείο της έκδοσης των εφημερίδων με αποτέλεσμα η τυχόν εγκατάλειψή τους να συνδυαστεί με θεαματικές κυκλοφοριακές απώλειες. Αυτό άλλωστε συνιστά το συνεχές κύμα των συνοδευτικών CD και DVD στον αθηναϊκό Τύπο.

Τέλος, αλλά όχι τελευταίο σε σημασία, η έλευση των δωρεάν εφημερίδων και των ιστολογίων και συναφών ενημερωτικών πυλών σταδιακά πρόκειται να αποτελέσουν πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα από την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης.

  • Τα παράδοξα

Αν η παραπάνω εικόνα αντικατοπτρίζεται στις κυκλοφορίες, δεν ισχύει το ίδιο για τον αριθμό των τίτλων των εφημερίδων. Αν και στη χώρα μας την τελευταία δεκαετία διέκοψαν ή ανέστειλαν την έκδοσή τους παραδοσιακές εφημερίδες, νέες ή και παλαιές με νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς συνεχώς εμφανίζονται. Για του λόγου το αληθές, το 1980 με μέση πανελλήνια κυκλοφορία περίπου 720.000 φύλλων κυκλοφορούσαν 13 εφημερίδες. Το 1989, που χαρακτηρίζεται ως μια από τις καλύτερες χρονιές όσον αφορά τα κυκλοφοριακά μεγέθη, καθώς οι ημερήσιες πρωινές και απογευματινές παρουσίαζαν μια μέση συνολική πανελλήνια κυκλοφορία 1.128.589 φύλλα, κυκλοφορούσαν 22 τίτλοι. Ενώ η κυκλοφορία των εφημερίδων σταδιακά συρρικνώθηκε, ο αριθμός των τίτλων αυξήθηκε. Ετσι, το 2008 με αντίστοιχη μέση κυκλοφορία 351.00 φύλλα, ο αριθμός των τίτλων παρέμεινε ο ίδιος. Με άλλα λόγια, οι εφημερίδες έρχονται να συμπληρώσουν το ελληνικό επικοινωνιακό παράδοξο, όπου έχουμε περισσότερες εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνα και κανάλια, από όσα μπορεί να υποστηρίζει η κατά γενική ομολογία μικρή σε μέγεθος ελληνική αγορά.

Ενα ακόμη παράδοξο είναι ότι όσο μειώνονται οι κυκλοφορίες, αυξάνονται οι σελίδες. Ετσι, αν το 1980 ο αριθμός των σελίδων των αθηναϊκών εφημερίδων κυμαινόταν από 16 έως 32 σελίδες για μια μέση ημερήσια έκδοση και αυξανόταν στις 48 την Κυριακή, στις μέρες μας ο αριθμός των σελίδων των εφημερίδων κυμαίνεται από 64 έως και 100 σελίδες για τη μέση ημερήσια έκδοση και ξεπερνά τις 120 την Κυριακή. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις ο αριθμός των σελίδων συμπεριλαμβανομένων των ένθετων περιοδικών ξεπερνά τις 380 σελίδες, μερικές φορές και τις 450 σελίδες. Και να φανταστεί κανείς ότι το κόστος του δημοσιογραφικού χάρτου έχει αυξηθεί πολλαπλασιαστικά όλα αυτά τα χρόνια.

Σήμερα, οι περισσότερες μεγάλης εμβέλειας εφημερίδες συνοδεύονται από ένθετα ή προσφέρουν ψηφιακούς πολυμορφικούς δίσκους στην ημερήσια, σαββατιάτικη ή κυριακάτικη έκδοσή τους. Αν πριν από περίπου δέκα χρόνια, αρκετές εφημερίδες είχαν αποφασίσει, λόγω της δραματικής αύξησης του δημοσιογραφικού χάρτου, τη μείωση ή περικοπή ή και αναστολή των ένθετων, από τις αρχές του 2002 καταγράφεται μια αναζωπύρωση των ένθετων περιοδικών και από τα τέλη του 2003 η έλευση των ψηφιακών δίσκων που τελικά αποτέλεσαν αναπόσπαστο στοιχείο τους, ιδίως στις κυριακάτικες εκδόσεις. Ετσι, σήμερα αρκετές εφημερίδες, και ιδίως οι κυριακάτικες, έχουν μετατραπεί σε ένα υβρίδιο «εφημεριδο-περιοδικού», που αφενός συνέβαλε στην αύξηση της μέσης κυκλοφορίας τους, αλλά αφετέρου θα επιφέρει αναδιαρθρώσεις στον κλάδο του Τύπου.

Γεγονός είναι ότι σε σχέση με το παρελθόν οι εφημερίδες έχουν βελτιωθεί θεαματικά, έτσι ώστε να μην μπορούν να συγκριθούν με αυτές του παρελθόντος, τόσο από πλευράς προσφοράς περιεχομένου όσο και από εμφάνιση. Ούτε όμως και στο επίπεδο των κυκλοφοριών μπορούν να συγκριθούν, παρ’ όλο που σήμερα είναι πιο ευανάγνωστες, περισσότερο χρηστικές και λιγότερο απόλυτες σε σχέση με το παρελθόν. Καθώς πολλοί αναγνώστες έχουν μετατραπεί σε τηλεθεατές και χρήστες του Διαδικτύου είναι αμφίβολο αν οι οποιεσδήποτε κινήσεις των εκδοτών χωρίς συντονισμό θα έχουν αποτέλεσμα.

Αν μια τέτοια οπτική τους ενδιαφέρει, τότε είναι επιτακτική ανάγκη να δημιουργήσουν συνήθειες ανάγνωσης στους νέους και ενδεχομένως αυριανούς αναγνώστες τους. Θα πρέπει, τέλος, οι εφημερίδες να μην εμπλακούν στην παροχή πληροφοριών, αλλά σε αυτήν των γνώσεων.

* O κ. Στ. Παπαθανασόπουλος είναι καθηγητής και πρόεδρος του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών.

[+] ΓPAΦHMA

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 28 Iουνίου 2009]

 
Leave a comment

Αναρτήθηκε από τον/την στο Ιουνίου 28, 2009 in Εφημερίδες, Ελεύθερος Τύπος, Κρίση του Τύπου, Κυκλοφορίες

 

Εκδοτικοί όμιλοι κλυδωνίζονται διεθνώς

«Μου φαίνεται πως ο Τύπος έχει αρχίσει να αμφιβάλλει για την ίδια του την αποστολή» έγραφε το 1968 ο ιδρυτής του έγκυρου γερμανικού περιοδικού Der Spiegel, Ρούντολφ Αουγκστάιν, σε άρθρο του με τίτλο «Κρίση του Τύπου – Κρίση της Δημοκρατίας». Εκείνη την εποχή η αμφισβήτηση προερχόταν από την τηλεόραση, σήμερα οι εφημερίδες απειλούνται από τα free press, το Ιντερνετ, τα blogs και την αμεσότητα της ηλεκτρονικής ενημέρωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι καθ’ όλη τη διάρκεια των ταραγμένων ημερών στην Τεχεράνη, τα διεθνή ΜΜΕ έπαιρναν τις πληροφορίες τους από το Twitter και οπτικό υλικό από τα κινητά τηλέφωνα των Ιρανών φοιτητών, που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις. Αμήχανες οι εφημερίδες προσπαθούσαν να περιγράψουν με λυρικές περιγραφές το βίντεο με τον θάνατο της Νέντα, συμβόλου της πρόσφατης εξέγερσης.

Τα υπαρξιακά προβλήματα του Τύπου διεθνώς μεταφράζονται στην απώλεια αναγνωστών, εσόδων και ενίοτε οδηγούν στο κλείσιμο ιστορικών εφημερίδων σε όλο τον κόσμο. To κλείσιμο του «Ελεύθερου Τύπου» μοιάζει λογική εξέλιξη σε μία μικρή αγορά σαν την ελληνική, αν αναλογιστεί κανείς ότι κλυδωνισμοί παρατηρούνται εσχάτως σε φύλλα, όπως οι New York Times, η Boston Globe, η Los Angeles Times, ο Independent και ο εκδοτικός όμιλος Conde Nast.

Η ιδέα των συνδρομών είναι ίσως η αποτελεσματικότερη για τη συρρίκνωση του αναγνωστικού κοινού και τη συστηματική διαρροή αναγνωστών. Στις σκανδιναβικές χώρες η κυκλοφορία των εφημερίδων βασίζεται στη συνήθεια των συνδρομών. Στη Φινλανδία, που είναι τρίτη στον κόσμο σε κυκλοφορία εφημερίδων ανά 1.000 άτομα, μετά την Ιαπωνία και τη Νορβηγία, το 75% των φύλλων διανέμεται στο κατώφλι των νοικοκυριών κάθε πρωί. Οι υπόλοιπες εφημερίδες καταφθάνουν ταχυδρομικά στους συνδρομητές. Παράλληλα, το 80% των φινλανδικών περιοδικών διαθέτει εξίσου συστηματικούς συνδρομητές. Ακόμη και η νορβηγική Aftenposten, η μεγαλύτερη συνδρομητική εφημερίδα της χώρας με κυκλοφορία πάνω από 250.000 φύλλα το 2007, επλήγη από την κρίση. Εδώ και ένα μήνα κυκλοφορεί μόνο τρεις ημέρες την εβδομάδα, Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη.

Η νέα τεχνολογία και η ψηφιακή εφημερίδα που παρουσίασε πρόσφατα η Amazon επιτρέπουν την εξατομίκευση των ειδήσεων, με αποτέλεσμα κάθε χρήστης να δημιουργεί μια προσωπική εφημερίδα με τα θέματα που τον ενδιαφέρουν.

Tην ίδια στιγμή στη Γερμανία βρίσκεται σε εξέλιξη συζήτηση για την οικονομική στήριξη του Τύπου κατά τα πρότυπα του πακέτου βοήθειας προς τις τράπεζες και τις αυτοκινητοβιομηχανίες. Πολλοί αμφισβητούν όμως κατά πόσο μπορεί να μείνουν ανεξάρτητες οι εφημερίδες όταν λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση. Από τη μια, η πολυφωνία αποτελεί το βασικό επιχείρημα υπέρ της κρατικής ενίσχυσης. Από την άλλη, ο πλουραλισμός είναι αυτός που υπονομεύεται από την αρωγή του κράτους.

Στην Ολλανδία η κυβέρνηση αποφάσισε να δαπανήσει κονδύλι 4 εκατ. ευρώ για να καλύψει τους μισθούς 60 νέων δημοσιογράφων, που απασχολούνται σε εθνικές και τοπικές εφημερίδες. Σύμφωνα με τον υπουργό ΜΜΕ, Ρόναλντ Πλάστερκ, στόχος είναι να υιοθετηθεί ένα σχήμα χρηματοδότησης δύο «κυβερνητικών δημοσιογράφων» για κάθε μία από τις 30 και πλέον εφημερίδες της χώρας. Αιτία της πρωτοβουλίας είναι πως συνήθως σε εποχές κρίσης οι πρώτοι που απολύονται -λόγω μείωσης των εσόδων από την πτώση της κυκλοφορίας και της διαφήμισης- είναι οι νέοι.

Mια πρωτοβουλία οικονομικής βοήθειας προς τον Τύπο εγκαινίασε πρόσφατα ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί, ο οποίος υποσχέθηκε σε κάθε νεαρό που συμπληρώνει τα 18 του χρόνια δωρεάν 12μηνη συνδρομή στην εφημερίδα της επιλογής του. Στόχος, να εδραιωθεί η ανάγνωση εφημερίδων στις τάξεις της γαλλικής νεολαίας, εξέλιξη που θα συμβάλει στην ανανέωση του Τύπου.

Στον αντίποδα, στη Βρετανία και τις ΗΠΑ ο Τύπος παραμένει πλήρως εξαρτημένος από τις διαφημίσεις και αμφότερες οι κυβερνήσεις έχουν αποκλείσει κατηγορηματικά οιαδήποτε μορφή κρατικής ενίσχυσης. Τον περασμένο Μάρτιο ο Αντι Μπέρναμ, υπουργός Πολιτισμού, είχε απορρίψει τις σχετικές εκκλήσεις. Στις ΗΠΑ οι προτάσεις για κυβερνητική στήριξη των εφημερίδων ηχούν μεν ανοίκειες, αλλά παραμένουν στο τραπέζι των εναλλακτικών λύσεων για τη διάσωση της πολυφωνίας. Τα φύλλα Philadelphia Inquirer και Daily News διαπραγματεύτηκαν με τον κυβερνήτη της Πενσιλβάνια το ενδεχόμενο κρατικής εξαγοράς του ομίλου στον οποίο ανήκουν. «Πώς μπορείς να δαγκώσεις δημοσιογραφικά το χέρι που σε ταΐζει;» ήταν το βασικό ερώτημα των επικριτών του σχεδίου.

[Της Ξενιας Kουναλακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 28 Iουνίου 2009]

 
Leave a comment

Αναρτήθηκε από τον/την στο Ιουνίου 28, 2009 in Εφημερίδες, Τύπος

 

Η ελληνική αγορά αντέχει μόνο λίγες υγιείς εφημερίδες

Το μέλλον του Τύπου έχει απασχολήσει ουκ ολίγες φορές την τελευταία δεκαετία πολλούς, κυρίως τους άμεσα ενδιαφερόμενους, εκδότες και δημοσιογράφους. «Χρυσή» συνταγή για τη διάσωσή του δεν φαίνεται να υπάρχει, ωστόσο καλό είναι να επισημαίνονται τουλάχιστον όσα έχουν διαπιστωθεί έως σήμερα. Εύκολες απαντήσεις -δυστυχώς- δεν υπάρχουν. Στη σκέψη των περισσοτέρων κυριαρχούν τα εξής ερωτήματα:

1. Οι εφημερίδες είναι οικονομικά βιώσιμες;

– Οχι, με τη σημερινή μορφή τους. Οπως προκύπτει από την ανάλυση των ισολογισμών των εισηγμένων στο χρηματιστήριο, δύο στις τρεις εταιρείες του κλάδου είχαν ζημίες το 2008. Η μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών για έντυπα είναι μόλις 10,24 ευρώ πανελληνίως (κλαδική μελέτη της εταιρείας ICAP). Η μέχρι πρότινος αυξανόμενη τιμή του χαρτιού συμπιέζει ακόμη περισσότερο τα ούτως ή άλλως περιορισμένα οικονομικά τους. Σύμφωνα με τον σύμβουλο της Διεθνούς Ενωσης Εφημερίδων (WAN) κ. Κωνσταντίνο Καμάρα, «με δεδομένες τις σημερινές δομές κόστους η ελληνική αγορά θα ήταν υγιής οικονομικά με δύο ημερήσιες εφημερίδες, δύο ή τρεις κυριακάτικες, δύο οικονομικές, μια δωρεάν ημερήσια και μια εβδομαδιαία και μία έως δύο αθλητικές». Θα έπρεπε δηλαδή να υπάρχουν 10 – 11 εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας, τη στιγμή που σήμερα μόνο αυτές που λαμβάνουν διαφήμιση από τον κρατικό κορβανά είναι 67.

2.Από πού αντλούν τα έσοδά τους;

– Η διαφήμιση είναι το «αίμα» των εφημερίδων. Δίχως αυτή δεν μπορούν να υπάρξουν. Το αντίτιμο αγοράς ενός εντύπου δεν αρκεί. Η συνολική διαφημιστική δαπάνη τα τελευταία χρόνια έχει εκτοξευθεί. Σύμφωνα με την κλαδική μελέτη της ICAP, το 2002 έφθανε τα 72,75 εκατομμύρια ευρώ και το 2007 άγγιξε τα 123,87 εκατομμύρια. Είναι βέβαιο ότι οι φετινοί αριθμοί θα είναι χαμηλότεροι λόγω της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Τμήμα των εσόδων τους προέρχεται από την κρατική διαφήμιση.

3.Διανέμεται ορθολογικά η κρατική διαφήμιση;

– Οχι. Μάλιστα, η διανομή της κρατικής διαφήμισης είναι το απόστημα που μολύνει τις σχέσεις Τύπου και Εξουσίας. Τα 83 εκατομμύρια ευρώ συνολικής κρατικής δαπάνης διανέμονται σε 67 εφημερίδες. Οι 10 πρώτες (συγκεντρώνουν δηλαδή τα 2/3 της εβδομαδιαίας κυκλοφορίας) λαμβάνουν από αυτά 26,7 εκατομμύρια ευρώ, λιγότερο από το 1/3. Εφημερίδες με εβδομαδιαία κυκλοφορία μεγαλύτερη των 100.000 φύλλων λαμβάνουν την ίδια διαφήμιση με εφημερίδες των 2.000 – 3.000 φύλλων. Σε αυτό το ακατανόητο (σε όρους αγοράς) αλισβερίσι κατέχει βέβαια κεντρική θέση ο εκβιασμός ή η συναλλαγή. Τελικά, η κρατική διαφήμιση κρατάει τίτλους στο περίπτερο προσφέροντας προσωπικό πλουτισμό σε εκδότες οι οποίοι συχνά δεν απασχολούν καν δημοσιογράφους, ενώ λειτουργούν ως «ασπιρίνες» για τις λιγοστές ανταγωνιστικές επιχειρήσεις.

4.Οι προσφορές (DVD, CD, βιβλία κ.λπ.) βελτιώνουν καθόλου την κυκλοφορία;

– Μόνο προσωρινά. Προσελκύουν για λίγο αγοραστές ενός «πακέτου» στο οποίο περιλαμβάνεται και μια εφημερίδα που συχνά αντιμετωπίζεται ακόμη και ως περιτύλιγμα. Ουσιαστικά ανεβάζουν με τεχνητό τρόπο την κυκλοφορία προκειμένου να προσελκύσουν μεγαλύτερο μερίδιο διαφήμισης. Και οικονομικά η κίνηση αυτή είναι ατελέσφορη. Τα δικαιώματα για μια εμπορική ταινία μπορεί να κοστίζουν ακόμη και 200.000 ευρώ.

5.Η κρίση είναι ελληνικό φαινόμενο και ο «Ελεύθερος Τύπος» το πρώτο θύμα της;

– Οχι. Οπως εξηγεί στην «Κ» ο σύμβουλος της WAN κ. Καμάρας, τα πρώτα θύματα «βρίσκονται στον “μεσαίο χώρο” του κλάδου, δηλαδή εφημερίδες που δεν έχουν ούτε την ευρωστία των “γιγάντων” του χώρου ούτε την ευελιξία των στοχευμένων παικτών. Παράδειγμα, οι μητροπολιτικές Philadelphia Inquirer, Rocky Mountain News και Seattle Post Intelligencer στις ΗΠΑ. Κάνοντας μια πρόχειρη αναγωγή στην ελληνική πραγματικότητα -και με δεδομένο ότι, επιπρόσθετα, έχουμε υπερπληθώρα τίτλων να κυνηγάει (συγκριτικά) λιγότερους αναγνώστες- η είδηση ίσως δεν συνίσταται στο κλείσιμο του “Ελεύθερου Τύπου” αλλά το ότι η εφημερίδα δεν έκλεισε αρκετά νωρίτερα». Ο κ. Καμάρας συμπληρώνει ότι για να κατανοηθεί το φαινόμενο πρέπει να ληφθεί «υπόψη η διεθνής πραγματικότητα στον κλάδο – δηλαδή αφενός η καταβαράθρωση της διαφημιστικής απορρόφησης και αφετέρου η μείωση των αναγνωστών. που έφθασε σε κομβικό σημείο».

6.Οι εφημερίδες μπορούν να μείνουν ίδιες;

– Οχι. Εάν θέλουν να επιβιώσουν. Ο κλάδος αναγκαστικά θα συρρικνωθεί και στον στίβο θα παραμείνουν μόνο εκείνοι οι «παίκτες» που έχουν τη δυνατότητα να εκμεταλλευθούν τις νέες τεχνολογίες, συμπιέζοντας προς τα κάτω το κόστος χωρίς παράλληλα να πλήξουν την αξιοπιστία τους.

[Του Βασιλη Nεδου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 28 Iουνίου 2009]

 
Leave a comment

Αναρτήθηκε από τον/την στο Ιουνίου 28, 2009 in Εφημερίδες, Τύπος

 

Να αλλάξει ο Τύπος, αν θέλει να σωθεί

  • Ο «Ελεύθερος Τύπος», το ελληνικό «παράδοξο», η κρατική διαφήμιση και η κερδοφορία που απομακρύνεται όλο και περισσότερο

Ο ευρών αμειφθήσεται. Ιδίως για μία απάντηση που ζητείται από το 1968: «Ποιο το μέλλον του Τύπου;» είχε αναρωτηθεί τότε ο πατέρας του Der Spiegel Ρ. Αουγκστάιν. Σήμερα η ερώτηση παραμένει, αλλά οι κλυδωνισμοί καταγράφονται όλο και πιο έντονοι σε κολοσσούς, όπως οι Ν.Υ. Times, οι L.A. Times, η Βoston Globe. Και στην Ελλάδα το σοκ καταγράφηκε επίσης για πρώτη φορά τόσο έντονο. Οταν ένας τόσο ισχυρός όμιλος, όπως του Θόδωρου και της Γιάννας Αγγελοπούλου δεν κατάφερε να διατηρήσει εν ζωή μία από τις παραδοσιακές εφημερίδες στον χώρο. Τα 120.000.000 ευρώ των ζημιών στα τρία χρόνια του (νέου) «Ελεύθερου Τύπου» χαρακτηρίζονται από όσους παρακολουθούν την ελληνική αγορά ως η κορυφή του παγόβουνου. Διότι «κάτω από τη θάλασσα» υπάρχουν προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί από το ελληνικό «παράδοξο». Ο ελληνικός Τύπος αν και μοιράζεται πολλά κοινά προβλήματα με τον διεθνή (ιδίως τον ανταγωνισμό από το Διαδίκτυο), τα οποία δύσκολα επιλύονται άμεσα, εν τούτοις άλλα προβλήματα θα μπορούσαν να έχουν αντιμετωπιστεί.

Κάθε ελληνικό νοικοκυριό δαπανά μόλις 10,24 ευρώ τον μήνα για αγορά εφημερίδας (το χαμηλότερο στην Ευρώπη), γεγονός που επιτρέπει σε ειδικούς την πρόβλεψη ότι στην αγορά δεν υπάρχει χώρος για περισσότερες από δύο ημερήσιες, δύο – τρεις κυριακάτικες και δύο οικονομικές εφημερίδες. Στην Ελλάδα των 160 τηλεοπτικών σταθμών, των περίπου 1.200 ραδιοφώνων, των 280 εφημερίδων (τοπικής, περιφερειακής και εθνικής εμβέλειας) και των περίπου 800 περιοδικών, προβλέψεις σαν τις παραπάνω δείχνουν το μέγεθος του προβλήματος. Το οποίο επιτείνεται όσο ο Τύπος δεν αντιμετωπίζεται με προτεραιότητες που θέτει η κοινή λογική, όπως για παράδειγμα το ζήτημα της κρατικής διαφήμισης. Το «αίμα» του Τύπου, τα διαφημιστικά έσοδα, έφθασαν πέρυσι τα 123,87 εκατομμύρια ευρώ, ενώ στα 83 εκατομμύρια ευρώ ανήλθαν τα έσοδα από την κρατική διαφήμιση -περίπου στα 2/3 της ιδιωτικής! Κι εδώ αρχίζει ο παραλογισμός. Οι πρώτες δέκα σε κυκλοφορία εφημερίδες λαμβάνουν από το κράτος κάτι λιγότερο από το 1/3 της κρατικής διαφήμισης. Οπότε ουσιαστικά αυτή μετατρέπεται σε έμμεση επιδότηση εκείνων των μέσων που λαμβάνουν -χωρίς προφανή λόγο- τη μερίδα του λέοντος. Ετσι, τα χρήματα των φορολογουμένων συμβάλλουν σχεδόν αποκλειστικά στον προσωπικό πλουτισμό εκδοτών, μερικοί από τους οποίους δεν χρησιμοποιούν δημοσιογράφους στα έντυπά τους.

Ο ελληνικός Τύπος πέρασε την τελευταία 20ετία τρεις κρίσιμες φάσεις. Η πρώτη το 1989 – 1990 με την επέλαση της ιδιωτικής τηλεόρασης. Η αντίδρασή του στα μέσα της περασμένης δεκαετίας καταγράφηκε μέσα από την αύξηση των σελίδων και μέσα από τις προσφορές. Αυτές, αν και πρόσκαιρα τόνωσαν ιδίως τις κυκλοφορίες στις κυριακάτικες εκδόσεις, δεν θεωρούνται από τους ειδικούς παρά ασπιρίνη. Αλλωστε, στην εποχή της δωρεάν ενημέρωσης από δεκάδες ειδησεογραφικά blogs ο Τύπος δεν έχει να αντιπαραθέσει παρά την επωνυμία των απόψεων και την εγκυρότητά του.

Ομως αυτά τα πλεονεκτήματα μπορούν να οδηγήσουν στην πολυπόθητη κερδοφορία; «Ναι, αν οι εφημερίδες αλλάξουν», απαντούν ειδικοί. Αν «επενδύσουν και αναπροσαρμόσουν το περιεχόμενό τους και αν ανατρέψουν στον μηχανισμό τους παγιωμένες αντιλήψεις για τον καταμερισμό στη διαδικασία παραγωγής και προώθησης της πληροφορίας». Πιθανόν αυτό να μεταφράζεται και σε απώλεια θέσεων εργασίας; «Εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς», απαντούν όλο και περισσότεροι ειδικοί. «Θα μπορούσε να σημαίνει και διασφάλιση νέων θέσεων εργασίας, προγράμματα επιμόρφωσης και εξειδίκευσης». [Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 28 Iουνίου 2009]

 
Leave a comment

Αναρτήθηκε από τον/την στο Ιουνίου 28, 2009 in Τύπος

 

Κρίση Tύπου και εξουσία. Ελληνική ιδιομορφία

Η αναστολή έκδοσης του «Ελεύθερου Τύπου» αιφνιδίασε ένα χώρο που, ωστόσο, εδώ και δύο δεκαετίες γνωρίζει ότι διέρχεται βαθιά κρίση, η οποία δεν είναι αποκλειστικά ελληνική, αφού αντίστοιχοι κλυδωνισμοί καταγράφονται σε μεγάλες διεθνείς εκδοτικές αυτοκρατορίες. Ωστόσο, πολλά προβλήματα του ελληνικού Τύπου είναι εγγενή και αναφέρονται όχι μόνο στα μόλις 10,24 ευρώ μηνιαίως που διαθέτει κάθε ελληνικό νοικοκυριό για αγορά εφημερίδων, αλλά και στις σχέσεις με την εξουσία, η οποία πριμοδοτεί με τα 2/3 της κρατικής διαφήμισης εφημερίδες που βρίσκονται στις τελευταίες θέσεις της κυκλοφορίας.

ΣXETIKA ΘEMATA

Να αλλάξει ο Τύπος, αν θέλει να σωθεί
Η ελληνική αγορά αντέχει μόνο λίγες υγιείς εφημερίδες
Εκδοτικοί όμιλοι κλυδωνίζονται διεθνώς
Καλύτερος Τύπος, χωρίς αναγνώστες!
Τα πέντε λάθη που έκλεισαν τον Ε.Τ.
Αποψη: Το πόθεν έσχες των ζημιών

 
Leave a comment

Αναρτήθηκε από τον/την στο Ιουνίου 28, 2009 in Εφημερίδες, Εξουσία, Τύπος

 
 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.