Του Στελιου Παπαθανασοπουλου*
Η διακοπή της κυκλοφορίας του «Ελεύθερου Τύπου» ήρθε απλώς να επιβεβαιώσει ότι ο Τύπος στη χώρα μας, και ιδιαίτερα ο αθηναϊκός, βρίσκεται σε τροχιά έντονου προβληματισμού όσον αφορά το μέλλον του. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι η ελληνική αγορά κατακλύζεται από ένα πλήθος τηλεοπτικών σταθμών (γύρω στους 160), ραδιοφωνικών σταθμών (περίπου 1.200), εφημερίδων (περίπου 280 τοπικές, περιφερειακές και εθνικής κυκλοφορίας) και περιοδικών (περίπου 800), καθώς και ενός πλήθους ιντερνετικών πυλών και συναφών ιστολογίων. Στην περίπτωση του Τύπου, αν και μόνον αναλογιστεί κανείς ότι, σύμφωνα με τα ετήσια διαχρονικά στοιχεία, οι 13 απογευματινές εφημερίδες παρουσίασαν το 2008 μια μέση ημερήσια πανελλήνια κυκλοφορία της τάξης των 238.128 φύλλων και οι 8 πρωινές (με τις κυριακάτικες εκδόσεις τους) μια μέση κυκλοφορία 113.542 φύλλων, η εικόνα που συντίθεται προκαλεί έντονη ανησυχία, αν όχι τρόμο.
Παρότι, η συρρίκνωση των κυκλοφοριών του Τύπου στην εποχή του Διαδικτύου και της τηλεόρασης είναι ένα διεθνές φαινόμενο, στη χώρα μας είναι πολύ μεγαλύτερη και οφείλεται σ’ ένα συνδυασμό παραγόντων:
Πρώτον, η δομική κρίση, που εμφανίζει πέραν της μιας δεκαετίας ο Τύπος, δεν φαίνεται να έχει αντιμετωπιστεί, καθώς οι αντιδράσεις είναι ευκαιριακές ή σπασμωδικές.
Δεύτερον, η έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης μετέβαλε τις συνήθειες του κοινού όσον αφορά την παροχή της ενημέρωσης. Η ανεξέλεγκτη απορρύθμιση του τηλεοπτικού πεδίου δεν είχε μόνον αρνητικές επιδράσεις στην κρατική τηλεόραση, αλλά και στον Τύπο. Στις προηγούμενες δεκαετίες ο Τύπος ήταν το κυρίαρχο μαζικό μέσο της πολιτικής ενημέρωσης, εκμεταλλευόμενος το σφιχτό εναγκαλισμό της κρατικής τηλεόρασης από την εκάστοτε κυβέρνηση. Ομως, με την είσοδο των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών και τον εκδημοκρατισμό της ηλεκτρονικής ενημέρωσης, οι εφημερίδες έχασαν αυτό το βασικό τους «συγκριτικό πλεονέκτημα» στον χώρο της ενημέρωσης. Στην εποχή του Διαδικτύου, η κατάσταση είναι ακόμη δυσκολότερη.
Τρίτον, οι εφημερίδες δεν κατόρθωσαν να προασπίσουν ένα άλλο σημαντικό «συγκριτικό πλεονέκτημά» τους στη σύγχρονη ενημέρωση, όπως η κριτική και η σε βάθος ανάλυση των γεγονότων.
Τέταρτον, αν η τηλεόραση απέσπασε από τις εφημερίδες την αμεσότητα της ενημέρωσης, το Διαδίκτυο «λεηλάτησε» όποιο συγκριτικό πλεονέκτημα κι αν είχαν.
Πέμπτον, η έλλειψη αξιοπιστίας στη δημόσια και πολιτική ζωή είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της απογοήτευσης ή δυσπιστίας της κοινής γνώμης και την αδιαφορία προς τα κοινά με συνέπεια να αντικατοπτριστεί αυτό και στην κυκλοφορία των εφημερίδων. Η πολιτική δυσφορία και η εκλαμβανόμενη από την κοινή γνώμη πολιτική αναποτελεσματικότητα έχει σαφώς επηρεάσει αρνητικά τις κυκλοφορίες των εφημερίδων. Οταν ένας χώρος δεν παρουσιάζει «επιτυχίες», αλλά αντίθετα προκαλεί δυσφορία, αυτό έχει συνέπειες και στον φορέα που καταγράφει τα τεκταινόμενα του χώρου. Επιβεβαίωση αυτού είναι ότι ενώ οι πολιτικές εφημερίδες βρίσκονται σε μια αρνητική τροχιά, οι αθλητικές εφημερίδες «κεντρίζουν» το ενδιαφέρον των αναγνωστών και η πορεία τους, πάντα σε σχετικό πλαίσιο, είναι καλύτερη των πολιτικών φύλλων.
Εκτον, οι συνεχείς «πριμοδοτήσεις» των εντύπων από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 με εξωδημοσιογραφικά δώρα, ανέστειλαν την κάμψη, αλλά μόνο παροδικά και πρόσκαιρα. Δεν είναι τυχαίο ότι τα δώρα εκλήφθησαν από το κοινό ότι αποτελούσαν συστατικό στοιχείο της έκδοσης των εφημερίδων με αποτέλεσμα η τυχόν εγκατάλειψή τους να συνδυαστεί με θεαματικές κυκλοφοριακές απώλειες. Αυτό άλλωστε συνιστά το συνεχές κύμα των συνοδευτικών CD και DVD στον αθηναϊκό Τύπο.
Τέλος, αλλά όχι τελευταίο σε σημασία, η έλευση των δωρεάν εφημερίδων και των ιστολογίων και συναφών ενημερωτικών πυλών σταδιακά πρόκειται να αποτελέσουν πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα από την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης.
Αν η παραπάνω εικόνα αντικατοπτρίζεται στις κυκλοφορίες, δεν ισχύει το ίδιο για τον αριθμό των τίτλων των εφημερίδων. Αν και στη χώρα μας την τελευταία δεκαετία διέκοψαν ή ανέστειλαν την έκδοσή τους παραδοσιακές εφημερίδες, νέες ή και παλαιές με νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς συνεχώς εμφανίζονται. Για του λόγου το αληθές, το 1980 με μέση πανελλήνια κυκλοφορία περίπου 720.000 φύλλων κυκλοφορούσαν 13 εφημερίδες. Το 1989, που χαρακτηρίζεται ως μια από τις καλύτερες χρονιές όσον αφορά τα κυκλοφοριακά μεγέθη, καθώς οι ημερήσιες πρωινές και απογευματινές παρουσίαζαν μια μέση συνολική πανελλήνια κυκλοφορία 1.128.589 φύλλα, κυκλοφορούσαν 22 τίτλοι. Ενώ η κυκλοφορία των εφημερίδων σταδιακά συρρικνώθηκε, ο αριθμός των τίτλων αυξήθηκε. Ετσι, το 2008 με αντίστοιχη μέση κυκλοφορία 351.00 φύλλα, ο αριθμός των τίτλων παρέμεινε ο ίδιος. Με άλλα λόγια, οι εφημερίδες έρχονται να συμπληρώσουν το ελληνικό επικοινωνιακό παράδοξο, όπου έχουμε περισσότερες εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνα και κανάλια, από όσα μπορεί να υποστηρίζει η κατά γενική ομολογία μικρή σε μέγεθος ελληνική αγορά.
Ενα ακόμη παράδοξο είναι ότι όσο μειώνονται οι κυκλοφορίες, αυξάνονται οι σελίδες. Ετσι, αν το 1980 ο αριθμός των σελίδων των αθηναϊκών εφημερίδων κυμαινόταν από 16 έως 32 σελίδες για μια μέση ημερήσια έκδοση και αυξανόταν στις 48 την Κυριακή, στις μέρες μας ο αριθμός των σελίδων των εφημερίδων κυμαίνεται από 64 έως και 100 σελίδες για τη μέση ημερήσια έκδοση και ξεπερνά τις 120 την Κυριακή. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις ο αριθμός των σελίδων συμπεριλαμβανομένων των ένθετων περιοδικών ξεπερνά τις 380 σελίδες, μερικές φορές και τις 450 σελίδες. Και να φανταστεί κανείς ότι το κόστος του δημοσιογραφικού χάρτου έχει αυξηθεί πολλαπλασιαστικά όλα αυτά τα χρόνια.
Σήμερα, οι περισσότερες μεγάλης εμβέλειας εφημερίδες συνοδεύονται από ένθετα ή προσφέρουν ψηφιακούς πολυμορφικούς δίσκους στην ημερήσια, σαββατιάτικη ή κυριακάτικη έκδοσή τους. Αν πριν από περίπου δέκα χρόνια, αρκετές εφημερίδες είχαν αποφασίσει, λόγω της δραματικής αύξησης του δημοσιογραφικού χάρτου, τη μείωση ή περικοπή ή και αναστολή των ένθετων, από τις αρχές του 2002 καταγράφεται μια αναζωπύρωση των ένθετων περιοδικών και από τα τέλη του 2003 η έλευση των ψηφιακών δίσκων που τελικά αποτέλεσαν αναπόσπαστο στοιχείο τους, ιδίως στις κυριακάτικες εκδόσεις. Ετσι, σήμερα αρκετές εφημερίδες, και ιδίως οι κυριακάτικες, έχουν μετατραπεί σε ένα υβρίδιο «εφημεριδο-περιοδικού», που αφενός συνέβαλε στην αύξηση της μέσης κυκλοφορίας τους, αλλά αφετέρου θα επιφέρει αναδιαρθρώσεις στον κλάδο του Τύπου.
Γεγονός είναι ότι σε σχέση με το παρελθόν οι εφημερίδες έχουν βελτιωθεί θεαματικά, έτσι ώστε να μην μπορούν να συγκριθούν με αυτές του παρελθόντος, τόσο από πλευράς προσφοράς περιεχομένου όσο και από εμφάνιση. Ούτε όμως και στο επίπεδο των κυκλοφοριών μπορούν να συγκριθούν, παρ’ όλο που σήμερα είναι πιο ευανάγνωστες, περισσότερο χρηστικές και λιγότερο απόλυτες σε σχέση με το παρελθόν. Καθώς πολλοί αναγνώστες έχουν μετατραπεί σε τηλεθεατές και χρήστες του Διαδικτύου είναι αμφίβολο αν οι οποιεσδήποτε κινήσεις των εκδοτών χωρίς συντονισμό θα έχουν αποτέλεσμα.
Αν μια τέτοια οπτική τους ενδιαφέρει, τότε είναι επιτακτική ανάγκη να δημιουργήσουν συνήθειες ανάγνωσης στους νέους και ενδεχομένως αυριανούς αναγνώστες τους. Θα πρέπει, τέλος, οι εφημερίδες να μην εμπλακούν στην παροχή πληροφοριών, αλλά σε αυτήν των γνώσεων.
* O κ. Στ. Παπαθανασόπουλος είναι καθηγητής και πρόεδρος του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών.
[+] ΓPAΦHMA
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 28 Iουνίου 2009]