- Προ-βολες
- Tης Σελανας Βροντη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Tετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010
Πριν από μερικές ημέρες έλαβα ένα email με θέμα «Beware of Greeks Bearing Bonds (Φοβού τους Ελληνες ομόλογα φέροντες), ξέρετε από αυτά που κάνουν τον γύρο του ιντερνετικού μικρόκοσμου. Είχα καιρό να γελάσω τόσο πολύ με το περιεχόμενο ενός μηνύματος ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, το οποίο δεν ήταν κάποια φωτογραφία παραλλαγμένη στο photoshop ή βίντεο ερασιτέχνη ηθοποιού, ούτε διαφήμιση ή κάποιο ανέκδοτο, μάντρα, ή έστω μια γελοιογραφία. Το περιεχόμενό του ήταν ένα κομμάτι- διάσημο πια- που δημοσιεύτηκε στο τεύχος Οκτωβρίου του Vanity Fair, ενός από τα καλύτερα αμερικανικά περιοδικά. Ηταν ένα πλήρες ρεπορτάζ περίπου 12.000 λέξεων (!) με θέμα την ελληνική κρίση, το οποίο, παρά τη μεγάλη του έκταση -το διάβασα σε δόσεις και αφού το εκτύπωσα πρώτα- με έκανε να γελάσω με την ψυχή μου. Ουσιαστικά με έκανε να γελάσω με τα χάλια μας. Δεν ήταν τόσο αυτά που έγραφε ο 50χρονος Αμερικανός οικονομικός συντάκτης και συγγραφέας εννέα μπεστ σέλερ, Μάικλ Λούις, για τα κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας, γιατί αυτά τα γνωρίζουμε, αλλά περισσότερo ο τρόπος και το στυλ γραφής του. Με σαρδόνιο χιούμορ, ειλικρίνεια και διεισδυτικότητα προσέγγιζε το Βατοπέδι και τους μοναχούς «που προσφέρονται ως case study για την Οικονομική Σχολή του Χάρβαρντ», τη φοροδιαφυγή, τους υπεράριθμους δημοσίους υπαλλήλους, τα εξωπραγματικά χρέη, τα σκάνδαλα, τις διαδηλώσεις, τη διαφθορά. Αριστα πληροφορημένος έφτιαξε ένα υπέροχο, απολαυστικότατο δείγμα δημοσιογραφικής γραφής. Που μας κάνει να αναρωτιόμαστε: Γιατί εμείς οι Ελληνες δημοσιογράφοι δεν γράφουμε τέτοια κομμάτια; Την ίδια απορία διαπίστωσα ότι έχουν εκφράσει πολλοί στα κοινωνικά δίκτυα. Η απάντηση; Γιατί -πέρα του ότι ίσως δεν διαθέτουμε αυτού του είδους το «αγγλικό χιούμορ»- δεν επενδύουμε στην ερευνητική δημοσιογραφία όσο θα ’πρεπε. Η βίβλος της δημοσιογραφίας, το New Yorker, είναι το όνειρο πολλών δημοσιογράφων και εκδοτών. Για να παράγονται όμως κείμενα σαν αυτά του New Yorker είναι απαραίτητη η υποστήριξη, οικονομική και πνευματική, καθώς και η εμπιστοσύνη και η συνεργασία. Και προφανώς απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει ο χώρος που θα φιλοξενούνται τέτοια μακροσκελή δημοσιογραφικά προϊόντα. Με την κρίση στον Τύπο, τέτοιοι προβληματισμοί θεωρούνται δυστυχώς πολυτελείς, ενώ η επιβίωση της ερευνητικής δημοσιογραφίας θα άξιζε να γίνει πλέον θέμα δημόσιας συζήτησης.


