RSS

Category Archives: Δημοσιογραφία

Αλλο δημοσιογραφία, άλλο ΕΣΗΕΑ

  • Γράφει ο Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος, ΕΘΝΟΣ, 25/3/2011

Πάνε χρόνια που έπαψα να έχω την απαίτηση από τους διοικούντες την ΕΣΗΕΑ να τιμήσουν κάποια στιγμή την επωνυμία του σωματείου του οποίου ηγούνται και να προσφέρουν κάτι το ουσιαστικό στην έντυπη δημοσιογραφία. Για την ακρίβεια, από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν η εισβολή της ιδιωτικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης ανέτρεψε τα πάντα στον χώρο της ενημέρωσης, αλλά οι διοικούντες το σωματείο των επαγγελματιών δημοσιογράφων παρέμειναν άβουλοι και ανίσχυροι θεατές μιας εξέλιξης της οποίας τη σοβαρότητα δεν ήταν σε θέση να διαβλέψουν. Είδαν το… τυρί, τις πολλές νέες θέσεις εργασίας, αλλά δεν είδαν τη… φάκα, τις δύσκολες μέρες που έρχονταν για τις εφημερίδες.
Δεν είναι ανεξήγητο που βρέθηκαν απροετοίμαστοι και ανήμποροι ν’ αντιδράσουν. Διαχρονικά και μ’ ένα ολιγόχρονο μόλις διάλειμμα, οι τύχες της ΕΣΗΕΑ καθορίζονταν από ένα συντηρητικό μπλοκ δυνάμεων που συνέθεταν οι εργαζόμενοι στα κρατικά μέσα ενημέρωσης (και άρα ελεγχόμενοι στην πλειονότητά τους από την κυβέρνηση) και οι συνταξιούχοι, που φυσικά άλλα συμφέροντα και ενδιαφέροντα είχαν από τους εν ενεργεία δημοσιογράφους. Και μόνο το γεγονός ότι οι αποφάσεις για απεργιακές κινητοποιήσεις λαμβάνονταν (και εξακολουθούν να λαμβάνονται) από εκείνους που δεν θ’ απεργούν αποδεικνύει το επίπεδο της συνδικαλιστικής δραστηριότητας που υποτίθεται ότι ασκούσε και ασκεί η ΕΣΗΕΑ.

Αυτά ως προς τις θεσμικές αναπηρίες. Αλλά, δυστυχώς, δεν ήταν μόνο αυτές. Δίπλα στην έλλειψη διορατικότητας για όσα επέρχονταν ή την αδυναμία σοβαρής ενασχόλησης με τα προβλήματα που χαρακτηρίζουν τους εκάστοτε διοικήσαντες την ΕΣΗΕΑ, ούτε καν την αξιοπρέπεια και την αξιοπιστία του επαγγέλματος δεν αποδείχθηκαν ικανοί να προστατεύσουν. Ειρωνευόμαστε και καταγγέλλουμε τις κυβερνήσεις επειδή δεν γνωρίζουν πόσους δημοσίους υπαλλήλους απασχολούν και την ίδια ώρα το επαγγελματικό σωματείο των δημοσιογράφων δεν είναι σε θέση να ελέγξει τα μερικά χιλιάδες μέλη του για το πόσες δουλειές κάνουν, για λογαριασμό ποιων τις κάνουν, αν πρόκειται για εργασία ή για αργομισθία και τι είδους αμοιβές και ανταμοιβές εισπράττουν.

Αλλά αυτά ως προς το χθες και τη διαχρονικά προβληματική συνδικαλιστική εκπροσώπηση των δημοσιογράφων. Δυστυχώς, το σήμερα είναι κατά πολύ χειρότερο. Για την ακρίβεια, δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερο, μια και τα μέσα ενημέρωσης, και πρωτίστως οι εφημερίδες, δίνουν αγώνα επιβίωσης. Και τον δίνουν μέσα στις χειρότερες δυνατές συνθήκες.

Πρώτη αιτία, η παγκόσμια κρίση στα ΜΜΕ, που ξεκίνησε με την επέκταση των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης και διευρύνεται με την αξιοποίηση του διαδικτύου στον τομέα της ενημέρωσης.

Δεύτερη αιτία, η οικονομική κρίση που μειώνει την αγοραστική δύναμη των πολιτών και περιορίζει δραματικά τη διαφημιστική δαπάνη.

Και τρίτη αιτία, η ύπαρξη μιας συνδικαλιστικής εκπροσώπησης που ή υπηρετώντας πολιτικές και κομματικές σκοπιμότητες ή λόγω ανικανότητας ή ακόμη και βλακείας προωθεί λογικές και υιοθετεί πρακτικές οι οποίες επιτείνουν τα προβλήματα και προκαλούν αδιέξοδα.

Σε περιόδους σαν τις σημερινές εκείνο που για κάθε υπεύθυνο συνδικαλιστή οφείλει να προέχει είναι η διασφάλιση των θέσεων εργασίας ή -στη χειρότερη περίπτωση- η μικρότερη δυνατή μείωσή τους. Ο μοναδικός τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι ένας υπεύθυνος και σοβαρός διάλογος με τους εργαζόμενους και την ιδιοκτησία κάθε μέσου ενημέρωσης χωριστά. Αλλά μια τέτοια διαδικασία προϋποθέτει συνδικαλιστές που αντιλαμβάνονται τη σοβαρότητα του προβλήματος, κατανοούν τις παραμέτρους του, είναι διατεθειμένοι να σηκώσουν το βάρος των ευθυνών που τους αναλογούν και δεν καταφεύγουν στα εύκολα συνδικαλιστικά «σωσίβια» απεργιών και στάσεων εργασίας, που διογκώνουν τα προβλήματα αντί να τα λύνουν. Χρειαζόμαστε συνδικαλιστές αποφασισμένους να προστατεύσουν τον κλάδο και όχι να καταφεύγουν σε συνδικαλιστικά άλλοθι και σε πρακτικές καθαρά κομματικής ή πολιτικής σκοπιμότητας.

Κοντολογίς, χρειαζόμαστε διαφορετική συνδικαλιστική ηγεσία, στην οποία αυτονόητα δεν μπορούν να έχουν θέση συνταξιούχοι που αναζητούν κάτι για να σκοτώνουν την ανία τους, κρατικοδίαιτοι που πασχίζουν για την προστασία των «κεκτημένων» τους, κομματικοί εγκάθετοι που ενδιαφέρονται για την προώθηση της κομματικής γραμμής και μόνο και διάφοροι δήθεν «επαναστάτες» που αναζητούν απεγνωσμένα κάποια εύσημα διάκρισης σ’ έναν κλάδο που δεν έχει αντιληφθεί διαφορετικά την παρουσία τους.

Πιο απλά, χρειαζόμαστε σοβαρούς ανθρώπους που ν’ αγαπάνε τη δημοσιογραφία και ν’ αγωνιούν για το μέλλον της. Γιατί αυτό είναι που κρίνεται σήμερα.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 26 Μαρτίου, 2011 in Δημοσιογραφία, ΕΣΗΕΑ

 

Δημοσιογραφία, ηθική και αυτοέλεγχος

  • Tου Νικου Κωνστανταρα, Η Καθημερινή, 30/01/2011

Η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τον Τύπο να ελέγχει την εξουσία, χωρίς να εξυπηρετεί το δικαίωμα των πολιτών στην αξιόπιστη, αντικειμενική και πολύπλευρη πληροφόρηση. Σε χώρες που στερούνται αυτό το αγαθό, οι πολίτες ζουν στα τυφλά, οι απόψεις τους διαμορφώνονται απ’ όσα τους επιτρέπουν να γνωρίζουν οι πολιτικές ηγεσίες και τα οικονομικά συμφέροντα τα οποία συνδέονται με αυτές. Σε τέτοια καθεστώτα, οι πολίτες είτε θα υποταχθούν, μη γνωρίζοντας τι τους συμβαίνει, είτε θα αντιδράσουν. Παντού βλέπουμε παραδείγματα τέτοιας υποταγής, αλλά και τις αντιδράσεις που προκαλεί. Κοινωνίες που χαίρονται την ελευθεροτυπία, όμως, κινδυνεύουν να τη χάσουν, και μαζί της το δικαίωμα στην πρόοδο και την ευημερία.

Στον 21ο αιώνα, ακόμη δεν έχουμε βρει λύσεις για θεμελιώδη προβλήματα στη σχέση ανάμεσα στον πολίτη και στην εξουσία, μια σχέση η οποία βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στο ρόλο της δημοσιογραφίας: πολίτης που δεν πληροφορείται σωστά δεν μπορεί να πάρει τις σωστές αποφάσεις, δεν μπορεί να καθορίσει ο ίδιος το μέλλον του. Μέσα από την απαξίωση του δημοσιογράφου, μέσα από τη χειραγώγηση του Τύπου, ο πολίτης ευνουχίζεται – και μετά, ως καταναλωτής μόνο, δοξάζεται, κολακεύεται και χειραγωγείται.

Πώς μπορεί ο Τύπος να βρει τον τρόπο και να αναπτυχθεί σωστά και μετά να αντέξει την πίεση από πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες; Το ερώτημα ήταν κεντρικό θέμα συζήτησης στην UNESCO στο Παρίσι την περασμένη Πέμπτη. Ο τίτλος του συνεδρίου, για να είμαστε ακριβείς, ήταν «Δημοσιογραφία, ηθική και αυτοέλεγχος στην Ευρώπη». Αλλά, όπως φάνηκε από πολλές ομιλίες και από τα σχόλια του ακροατηρίου, τα προβλήματα του Τύπου είναι πολύ πιο ουσιώδη –πιο πρωτόγονα– από το αν οι δημοσιογράφοι μπορούν να προλάβουν τον κρατικό έλεγχο με τον «αυτοέλεγχο» μέσα από κώδικες δεοντολογίας, ελεγκτικά συμβούλια και συνηγόρους του αναγνώστη. Στην καρδιά του προβλήματος είναι δύο ερωτήματα: σε ποιον ανήκει ο Τύπος και πώς θέλει να εκμεταλλευτεί την εξουσία αυτή; Πώς μπορεί να προστατευθεί ο δημοσιογράφος – σωματικά, οικονομικά και θεσμικά; «Οταν ο δημοσιογράφος δεν έχει κύρος, πώς μπορούμε να μιλάμε για αρχές; Δεν έχει κανένα νόημα», σχολίασε ο Ογκνιαν Ζλάτεβ, διευθυντής του Κέντρου Ανάπτυξης των Μέσων της Βουλγαρίας.

Η ελευθερία του Τύπου και το δικαίωμα των πολιτών στην ελεύθερη πληροφόρηση είναι κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα πολλών χωρών – όπως και το ελληνικό. Αλλά ο έλεγχος που ασκείται εναντίον της «κατάχρησης» αυτών των δικαιωμάτων δημιουργεί ένα πλέγμα νόμων, που είτε προστατεύουν τον πολίτη από τις καταχρήσεις του Τύπου είτε επιτρέπουν στις πολιτικές δυνάμεις να τον ελέγχουν μέσω εξοντωτικών ποινών. Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι σε πάρα πολλές χώρες (αν όχι σε όλες), η χειραγώγηση του Τύπου συχνά είναι προϊόν βίας εναντίον δημοσιογράφων. Η ευθύνη της νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας, λοιπόν, είναι να δημιουργήσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο πολίτης προστατεύεται μεν απ’ όποια κατάχρηση, αλλά ο Τύπος δεν τρομοκρατείται ώστε να μην μπορεί να εκπληρώσει το καθήκον του να προσφέρει αξιόπιστη ενημέρωση στον πολίτη.

Στη δική μας γειτονιά –τα Βαλκάνια– στις περισσότερες χώρες που άλλαξαν καθεστώς μετά το 1989, ο Τύπος κατέληξε είτε στα χέρια μεγάλων οικονομικών συμφερόντων (ντόπιων ή ξένων) είτε σε πολλές μικρές επιχειρήσεις οι οποίες επενδύουν στον Τύπο για να πετύχουν πολιτικούς και οικονομικούς στόχους. «Πήγαμε από τη δημοσιογραφία του Πούτιν στη δημοσιογραφία του Μπερλουσκόνι», σχολίασε ο Ρέμζι Λάνι, διευθυντής του Αλβανικού Ινστιτούτου Τύπου. Στην άλλη άκρη, στις ΗΠΑ, οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο κλάδος έχουν οδηγήσει στη συρρίκνωση της έρευνας και του ελεγκτικού ρόλου του Τύπου, ο οποίος εκχώρησε την ευθύνη σε «πολίτες-δημοσιογράφους» στο Διαδίκτυο, σε ομάδες συμφερόντων και σε μη κυβερνητικές οργανώσεις. «Ο παραδοσιακός Τύπος προσπαθεί απλώς να μη δυσαρεστήσει κανέναν», σχολίασε ο Τζέφρι Ντβόρκιν, διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού των Συνηγόρων του Αναγνώστη (ΟΝΟ). Σημείωσε ότι πολλά μέσα ενημέρωσης ανήκουν σε εταιρείες τηλεπικοινωνιών και εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στην ψυχαγωγία, με στόχο το μεγαλύτερο κέρδος.

Στην Ελλάδα, όλα αυτά τα προβλήματα είναι γνώριμα. Αλλά εδώ ο Τύπος αντιμετωπίζει κοσμογονική αλλαγή – το σπάσιμο της φούσκας, δηλαδή ενός συστήματος ρουσφετιών που αγνοούσε τους νόμους της αγοράς, την ώρα που η αγορά εισβάλλει αμείλικτη, μέσω της οικονομικής κρίσης. Το πώς θα βγει ο Τύπος από την κρίση θα καθορίσει και τη δημοκρατία που θα έχουμε.

 
1 σχόλιο

Posted by στο 31 Ιανουαρίου, 2011 in Δημοσιογραφία

 

Ετικέτες:

Εχθροί της δημοσιογραφίας

  • Tου Νικου Γ. Ξυδακη, Η Καθημερινή, Tρίτη, 18 Iανoυαρίου 2011

Μιλάμε συχνά, όλο και συχνότερα, για κρίση των ΜΜΕ, αναλύουμε τις αλλαγές στις συνήθειες ενημέρωσης, τις αλλαγές στον τρόπο ζωής, την εισβολή του Διαδικτύου, και εντοπίζουμε σε αυτά τα αίτια της κρίσης. Σπανίως όμως μιλάμε για την κρίση περιεχομένου στα ΜΜΕ και σχεδόν ποτέ για την κρίση αξιοπιστίας. Είναι λοιπόν υπεράνω κριτικής τα παραδοσιακά μέσα; Φαίνεται πως όχι.

Τον τελευταίο καιρό αυξάνονται τα κρούσματα διασποράς ανυπόστατων φημών και ψευδών ειδήσεων, από μαζικά μέσα. Πρόκειται κυρίως για αδιασταύρωτες πληροφορίες, που διοχετεύονται προφορικά, από κρατικές υπηρεσίες προς δημοσιογράφους, σαν διαρροή και «εξυπηρέτηση», και αυτές οι ανεξακρίβωτες πληροφορίες βαφτίζονται ειδήσεις και γεγονότα. Γνωστοί ρεπόρτερ, παρουσιαστές και τηλεπερσόνες αναπαράγουν άκριτα και άκοπα οτιδήποτε τους διοχετευθεί «εμπιστευτικά» χωρίς να μπουν στον κόπο να υποβάλουν σε στοιχειώδη έλεγχο την αλήθεια ή την πληρότητα της πληροφορίας – ούτε καν ένα νωχελικό «γκουγκλάρισμα» στις βιβλιοθήκες του Διαδικτύου.

Πολλοί δημοσιογράφοι, ανεκπαίδευτοι επαγγελματικά, χωρίς νοητικά εργαλεία και χωρίς ηθικές αρχές, υποδουλώνονται έτσι στις πηγές τους, μετατρεπόμενοι σε «βαποράκια», ακούσια ή εκούσια. Η αυτής της μορφής υποδούλωση, όμως, σημαίνει προδοσία του κοινού τους και καταστρατήγηση της θεμελιώδους αρχής της δημοσιογραφίας, που είναι η μετάδοση διασταυρωμένων ειδήσεων και η αμερόληπτη περιγραφή των γεγονότων.

Η ραθυμία, η πνευματική οκνηρία και η εξυπηρέτηση των πηγών, και όχι του κοινού, γίνονται αντιληπτά πλέον από το κοινό. Και γίνονται επίσης αντιληπτά σαν απώλεια της αξιοπιστίας, σαν πτώση των κυκλοφοριών, των ακροαματικοτήτων, των πωλήσεων, της επιρροής. Σαν αργός θάνατος.

Πλήγμα στην αξιοπιστία συνιστά επίσης η πολυθεσία, η αργομισθία και το καμουφλαρισμένο πολιτικό χρήμα προς τους δημοσιογράφους, έτσι όπως αυτά καταγράφονται λ.χ. στον ρ/σ του Δήμου Αθηναίων, τον Αθήνα 9,84. Με 384 εργαζόμενους, εκ των οποίων 240 δημοσιογράφοι, με έσοδα 600 χιλιάδες και ετήσια δημοτική επιχορήγηση 15 εκατομμύρια ευρώ, ο 9,84 είναι θλιβερό παράδειγμα ρουσφετιού και διασπάθισης του δημόσιου χρήματος. Το εξοδολόγιο και η στελέχωση του 9,84 παραπέμπουν σε εγχώριο BBC, αλλά η ποιότητα και η ποικιλία του προγράμματός του σε ραδιοσταθμό κωμοπόλεως.

Πρωταγωνιστές σε αυτό το διηνεκές μιντιακό σκάνδαλο είναι πολιτικοί και δημοσιογράφοι. Οι μεν δήμαρχοι της εικοσαετούς «ελεύθερης ραδιοφωνίας» εξαγόραζαν εύνοια, ανοχή ή σιωπή, με τα χρήματα των φορολογουμένων· οι δε δημοσιογράφοι εισέπρατταν παχυλά επιμίσθια, σχολιάζοντας τις εφημερίδες, ακκιζόμενοι με πολιτικούς και απαγγέλλοντας καλαμπούρια. Κάποιοι δε εξ αυτών κατακεραύνωναν συλλήβδην τους κρατικοδίαιτους κηφήνες, τις συντεχνίες και τις ΔΕΚΟ…

Ποιος να πιστέψει αυτά τα μέσα, αυτό το θέατρο της παρακμής; Ο χειρότερος εχθρός της δημοσιογραφίας είναι κάτι τέτοιοι δημοσιογράφοι.

 

«Πολύτιμο συμπλήρωμα της δημοσιογραφίας τα κοινωνικά δίκτυα»

  • «Συντελούνται στις μέρες μας μια σειρά από βαθιές αλλαγές στη βιομηχανία των ΜΜΕ: τα social media (σ.σ.: κοινωνικά δίκτυα), νέα τεχνολογία, νέοι τρόποι συλλογής των ειδήσεων.

Δεν πρέπει να τις φοβόμαστε. Οι έξυπνες επιχειρήσεις αγκαλιάζουν τα social media και την τεχνολογία. Ναι, υπάρχει η χρήση αλλά και η κατάχρηση. Η πληροφορία όμως που κυκλοφορεί εκεί είναι συναρπαστική. Δεν πρόκειται για υποκατάστατο της δημοσιογραφίας αλλά για ένα πολύτιμο συμπλήρωμά της. Απαιτείται λοιπόν να βρούμε χρόνο για να επιμεληθούμε αυτό το τεράστιο υλικό, να το επικυρώσουμε, να το τεκμηριώσουμε…».

Τα λόγια ανήκουν στον επικεφαλής πολυμέσων του Ρόιτερ, Κρις Κρέιμερ, ο οποίος συμπλήρωσε φέτος 45 χρόνια στη δημοσιογραφία έχοντας περάσει από εφημερίδες, το BBC και το CNN ως πολεμικός ανταποκριτής. Βρέθηκε στη χώρα μας πριν από λίγες μέρες, καθώς πήρε μέρος στο διεθνές συνέδριο «NewsXchange 2010», στο οποίο μετείχαν οι μεγαλύτεροι ειδησεογραφικοί οργανισμοί στον κόσμο, σε συνεργασία με EBU και ΕΡΤ. Σε αυτό συζητήθηκαν οι νέες πραγματικότητες που διαμορφώνονται στο διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο των μέσων.

Τον συναντήσαμε σε ένα διάλειμμα του συνεδρίου και όταν τον ρωτήσαμε για όλες αυτές τις αλλαγές, έσπευσε να εξομολογηθεί: «Τον περασμένο Ιούνιο συμπλήρωσα 45 χρόνια στην ενεργό δημοσιογραφία. Την υπηρέτησα από το BBC, το CNN και τώρα το Reuters στην πρώτη γραμμή του καθήκοντος. Σε πολέμους, βίαιες συγκρούσεις, κρίσεις. Ποτέ άλλοτε δεν έζησα όλα αυτά τα χρόνια τις σεισμικές αλλαγές που συντελούνται γύρω μας. Δεν πρέπει να τρομοκρατηθούμε. Οι τηλεθεατές, οι ακροατές και οι αναγνώστες θα χρειάζονται πάντα τους δημοσιογράφους να δίνουν νόημα στις ιστορίες, να ορίζουν το σημαντικό σε ό,τι τους ενδιαφέρει. Εχουμε λοιπόν πολλή δουλειά. Πρέπει να εξελιχθούμε σε επιμελητές των πληροφοριών».

  • Οι αλλαγές είναι ραγδαίες και ορισμένοι εκφράζουν φόβους για τη λειτουργία παραδοσιακών και νέων μέσων.

«Η τηλεόραση δεν σκότωσε το ραδιόφωνο ούτε τις εφημερίδες. Τα social media δεν πρόκειται να σκοτώσουν τα «παραδοσιακά» ΜΜΕ. Αρκεί τα «παραδοσιακά» μέσα να εξελιχθούν σε αυτό που θα ονόμαζα «now media», σε «we media» (σ.σ.: «εμείς τα ΜΜΕ»). Κι αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται να συλλέξουμε όλη τη διαθέσιμη πληροφορία. Κοιτάξτε, με μια πρώτη ματιά είναι σαν να έπεσε μια χιονοστιβάδα. Αν το χιόνι της είναι καινούργιο, το φαινόμενό της δεν είναι… Για παράδειγμα, το καλύτερο υλικό για τη δολοφονία του JFK μας το έδωσαν ορισμένοι τύποι που ήταν εκεί με τις κάμερές τους και όχι οι επαγγελματίες κάμεραμεν που ήταν εκεί. Το καλύτερο και πιο σοκαριστικό υλικό της εκτέλεσης του Σταντάμ Χουσεΐν προήλθε από την κάμερα του κινητού του δεσμοφύλακά του…».

  • Η οικονομική κρίση αλλάζει τις προτεραιότητες των ΜΜΕ;

«Ναι, η κρίση έχει επηρεάσει τους πάντες. Και τα κραταιά και τα μικρά ΜΜΕ παντού σε όλο τον κόσμο, δημόσια και ιδιωτικά. Οπότε οι προτεραιότητες πια είναι «θα μείνουμε στην αγορά;» και αν ναι, σε τι είδους αγορά θέλουμε να ανήκουμε; Η εκτίμησή μου είναι ότι το κοινό από δω και πέρα θα απαιτεί όλο και περισσότερο την ακεραιότητα στα ΜΜΕ. Θα αναζητά ΜΜΕ που βάζουν τα συμφραζόμενα του κόσμου μας σε τάξη. Λένε ότι ο βασιλιάς είναι το περιεχόμενο (content). Εγώ θεωρώ ότι το «πλαίσιο» (context) θα είναι ο βασιλιάς του μέλλοντός μας. Το κοινό ζητά έξυπνες ειδήσεις που θα του έρχονται παντού: στο σπίτι του, στο κινητό του, στο γραφείο, στο αυτοκίνητο. Θέλουν να τους βοηθήσουμε να διαλέξουν τι μίντια χρειάζονται -news a la carte- που θα περιλαμβάνουν κείμενα, γραφικά, σχολιασμό, βίντεο… Η ποιότητα θα μετράει πάντα».

Λίγο πριν επιστρέψει στην εργασία του ο Κρις Κρέιμερ μας ξεκαθαρίζει: «Το επάγγελμά μας είναι σκληρότερο τώρα απ’ ό,τι ήταν όταν ξεκινούσα εγώ πριν από 45 χρόνια. Πολύ πιο δύσκολο. Εκείνο που άλλαξε είναι ότι το κοινό δεν μας εμπιστεύεται πια. Μπορεί να γενικεύω αλλά η αλήθεια είναι ότι κατά περιπτώσεις τούς απαγοητεύσαμε. Και πρέπει τώρα να ξανακερδίσουμε την εμπιστοσύνη τους…».

ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΑΝΙΑΤΗΣ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010
 
Σχολιάστε

Posted by στο 17 Νοεμβρίου, 2010 in Δημοσιογραφία

 

Ετικέτες: ,

Το άγνωστο έπος της ελληνικής δηµοσιογραφίας

  • Του Δηµήτρη Ν. Μανιάτη, ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

  • Πλάι στη γνωστή εποποιία του Ελληνοαλβανικού Μετώπου του 1940, ξετυλίγεται η άγνωστη εποποιία των ελλήνων πολεµικών ανταποκριτών, που συνοψίζεται στο βιβλίο «Ηταν κάποτε ένας πόλεµος»

Ηδηµοσιογραφική παρέα που συναντήθηκε εκείνο το πρωί της 15ης Νοεµβρίου του 1940 στον Σταθµό Λαρίσης δεν είχε συνηθισµένο ρόλο. Ο Ευστάθιος Θωµόπουλος, ο Θωµάς Μαλαβέτας, ο Γιώργος Ανδρουλιδάκης, ο Θόδωρος Δογάνης και ο Παύλος Παλαιολόγος ήταν οι πρώτοι πέντε διαπιστευµένοι αθηναίοι δηµοσιογράφοι που ξεκινούσαν για το Αλβανικό Μέτωπο ως πολεµικοί ανταποκριτές.

Το µέτωπο είχε ήδη σταθεροποιηθεί, η ιταλική εισβολή είχε αντιµετωπιστεί και η Ηγουµενίτσα είχε ανακαταληφθεί από τις δυνάµεις της θρυλικής 8ης Μεραρχίας. Τους πρώτους πέντε που έφτασαν στο µέτωπο από τα Γιάννινα στις 18 Νοεµβρίου του 1940 – προδρόµους ενός Καπισίνκι θα µπορούσαµε να πούµε – θα ακολουθήσουν άλλοι 36 δηµοσιογράφοι για να αφηγηθούν, να περιγράψουν εκείνες τις εχθροπραξίες ή απλώς να ανιχνεύσουν την αλήθεια µέσα στα συντρίµµια του πολέµου.

«Αν η Ενωση Συντακτών είχε 170 εγγεγραµµένα µέλη το 1955, στο Πολεµικό Μέτωπο του 1940 βρέθηκαν 41 δηµοσιογράφοι», σηµειώνει στα «ΝΕΑ» ο επιµελητής του τόµου (που συµπληρώνεται µε δεκάδες σκίτσα, φωτογραφίες και κείµενα της εποχής) Αγαµέµνονας Φαράκος.

Αυτό το κλίµα της πολέµου, της αλληλεγγύης, της µαχόµενης πένας αλλά και του τρόπου που η δηµοσιογραφία αντάµωσε την Ιστορία και τη λογοτεχνία αποτυπώνονται έξοχα στον τόµο «Ηταν κάποτε ένας πόλεµος. Αφιέρωµα στους 41 Ελληνες δηµοσιογράφους που κάλυψαν αυτό τον πόλεµο» (εκδ. ΕΔΟΕΑΠ). «Ζήτηµα τιµής» ήταν για τον Ενιαίο Δηµοσιογραφικό Οργανισµό Ασφάλισης και Περίθαλψης αυτό το βιβλίο σύµφωνα µε την πρόεδρό του Ελένη Σπανοπούλου. Είναι αξιοσηµείωτο πως ένας µόνο από τους έντεκα πρώτους δηµοσιογράφους που βρέθηκαν στο Μέτωπο της Πίνδου είχε κάποια εµπειρία από πόλεµο. Ηταν ο Πολύµερος Μοσχοβίτης που είχε µετάσχει στον Πόλεµο της Μικράς Ασίας, ενώ οι υπόλοιποι δεν είχαν πολεµικές εµπειρίες – µε εξαίρεση τον Παντελή Καψή που είχε καλύψει και τη θρυλική Μάχη του Σκρα το 1918. Κάποιοι µάλιστα ήταν ήδη µεγάλοι όπως ο Σπύρος Μελάς που πλησίαζε τα 60 όταν βρέθηκε στο Αργυρόκαστρο. Ας µην ξεχνάµε ακόµη πως η ευκαιρία να βρεθούν ως απεσταλµένοι τέσσερα χρόνια πριν στον Ισπανικό Εµφύλιο Πόλεµο – πλην Νίκου Καζαντζάκη που τα κατάφερε – είχε χαθεί, αφού η δικτατορία Μεταξά δεν τους είχε επιτρέψει να καλύψουν το ιστορικό εκείνο γεγονός.

Η Μάχη της Μάροβα ή Μόροβα φαίνεται πως έπαιξε σπουδαίο ρόλο, αφού η ελληνική δύναµη έσπασε τη ραχοκοκαλιά της ιταλικής άµυνας και πήρε πρώτα την Κορυτσά και µετά το Αργυρόκαστρο. Ο απεσταλµένος της «Πρωίας» Γιώργος Δρόσος φτάνει στην Κορυτσά και συναντά τον ήρωα της Μάροβας. «Εκεί λοιπόν σ’ ένα καφενείο συναντήσαµε τον ήρωα της Μάροβας. Είναι απλώς στρατιώτης. Ενα κακοδεµένο παιδί 25-26 ετών µε καστανά µάτια, µε σπασµένα δυο τρία δόντια από κάποιο γλίστρηµα επάνω στους βράχους της Μάροβας, µε λασπωµένες µπότες, µε ένα διαρκές µειδίαµα στα χείλη και µε µια σεµνότητα και συστολή που τον κάνει καταφανώς να στενοχωριέται όταν µιλεί για τον εαυτό του. – Είµαι, λέγει, ο πρώτος, µα εντελώς πρώτος έλληνας στρατιώτης που µπήκε µέσα στην Κορυτσά…».

Μερικές εβδοµάδες µετά ο Νίκος Γιοκαρίνης στέλνει στα «Αθηναϊκά Νέα» την πρώτη ανταπόκριση έλληνα δηµοσιογράφου από το ελεύθερο πλέον Αργυρόκαστρο, ενώ µέσα στις φλόγες του πολέµου βρίσκει τον δικό του χώρο και το χιούµορ. Το κείµενο του Αλέκου Λιδωρίκη για τον Σπύρο Μελά – όταν ο πρώτος συνάντησε τον δεύτερο 60χρονο στην Πρεµετή που µόλις είχε καταληφθεί από τον Ελληνικό Στράτο – είναι απολαυστικό:

«Ο Σπύρος Μελάς (µε την ιδιότυπη, αλλοπρόσαλλη ιδεολογικά αλλά και πολύ συχνά συναρπαστική, απρόσµενα τολµηρή, προσωπικότητά του) ήταν µία έκπληξη για µένα όταν απαντηθήκαµε στην Πρεµετή. “Ναι, ορέ…”, µου είπε. “Αισθάνοµαι πολεµιστής αυτή την ώρα! Και αισθάνοµαι παιδί (είχε περάσει τα εξήντα). Και µάχοµαι µε το καλέµι µου και µε τον θάνατο κάθε ώρα, κάθε στιγµή!”. Υπερβολές του µάστορα της πένας, αµφιλεγόµενου Νέστορα της τότε λογοτεχνίας µας; Οχι! Γιατί έτσι µαχόµαστε όλοι… Γιατί χωρίς εµείς οι δηµοσιογράφοι να είµαστε στην πρώτη γραµµή, χωρίς την ετικέτα του Παλικαριού στα µέτωπά µας, παίζαµε µε τον κίνδυνο αδιάκοπα».

Τέλος, δύο ονόµατα των γραµµάτων και της δηµοσιογραφίας από αντίπαλα στρατόπεδα (ο Κώστας Βάρναλης από την «Πρωία» και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος από τη «Διάπλαση των Παίδων») γράφουν για τον Πόλεµο και το σθένος των ελλήνων στρατιωτών µακριά απ’ το Μέτωπο, αλλά κοντά στις διαθέσεις του λαού.

Μόλις ένας στους έντεκα πρώτους δηµοσιογράφους που βρέθηκαν στο Μέτωπο της Πίνδου είχε κάποια εµπειρία από πόλεµο

  • «Ο τραυµατίας» και «Η κουραµάνα»

Ο Γιώργος Ανδρουλιδάκης, πολεµικός απεσταλµένος της «Πρωίας», γράφει µια συγκινητική ανταπόκριση µε τον τίτλο «Ο τραυµατίας» και περιγράφει πως του τραβάει την προσοχή ένα κοντό, ξανθό καλοδεµένο παλικάρι 23-24 ετών που είχε τραύµα από πολυβόλο στο δεξί πόδι και η σφαίρα του είχε σπάσει το κόκαλο. «Ηταν από τους ανθρώπους εκείνους που νοµίζει κανείς ότι τους προίκισε η φύση να µην λερώνονται ποτέ, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες κι αν βρεθούν». Γνωρίζονται στον σταθµό επιδέσεως µέχρι που ο φαντάρος µεταφέρεται στο χειρουργείο. Τρεις µήνες αργότερα ο Γιώργος Ανδρουλιδάκης έχει επιστρέψει απ’ το Μέτωπο και τον Απρίλιο του ‘41 έχει µιαν απρόσµενη συνάντηση αφού µέσα στο λεωφορείο ένας φαντάρος µε τις πατερίτσες που τραβάει τα βλέµµατα των επιβατών είναι ο παλιός του γνώριµος από το Μέτωπο.

«Ενας στρατιώτης που επέστρεφε από το αυτοκίνητο µε την κουραµάνα ήρθε προς το µέρος µας. Ηταν µούσκεµα. Η βροχή γυάλιζε πάνω στο µέτωπό του και γλιστρούσε στα µάγουλά του. Ηταν βουτηγµένος στην λάσπη ώς τα γόνατα. Δώδεκα ώρες τώρα οδηγούσε ένα µουλάρι και µόλις τώρα σταµατούσε να πάρει συσσίτιο. Εριξε µια µατιά µέσα στ’ αυτοκίνητό µας και είδε ότι δεν τρώγαµε. Μας έτεινε τότε ένα καρβέλι, που το είχε αγοράσει κι αυτό από την περιοχή, και µ’ ένα ολόλαµπρο χαµόγελο ξεχυµένο σ’ όλο το πρόσωπό του µας είπε: “Το θέλετε; Δυστυχώς δεν έχω τίποτε άλλο να σας προσφέρω…”», γράφει ο Ανδρέας Ιωσήφ στην ανταπόκριση µε τον τίτλο «Η κουραµάνα».

 
Σχολιάστε

Posted by στο 21 Οκτωβρίου, 2010 in Δημοσιογραφία

 

Διάλεξη για τη βιωσιμότητα της διαδικτυακής δημοσιογραφίας

«Η Δημοσιογραφία στο Διαδίκτυο θα επιβιώσει, δίχως προσδοκίες για σοβαρά κέρδη, αν αξιοποιηθούν συνδυαστικά τα υπάρχοντα μοντέλα χρηματοδότησης, που επιβάλλουν διαρκείς καινοτομίες και έξυπνες προσαρμογές σε μια ταχύτατα εξελισσόμενη αγορά υπηρεσιών, περιεχομένου και τεχνολογικών εργαλείων».

Τις εκτιμήσεις αυτές διατύπωσε η Ευγενία Σιαπέρα, λέκτορας στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ, στη διάλεξή της με θέμα «Οικονομική βιωσιμότητα της διαδικτυακής δημοσιογραφίας». Πρόκειται για την τέταρτη εκδήλωση του κύκλου σεμιναρίων, εργαστηρίων και διαλέξεων «NEW MEDIA – Αίθουσες Σύνταξης από το Μέλλον», που οργανώνει το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΜ-Θ.

Όπως επισημαίνεται στην ανακοίνωση του Μορφωτικού Ιδρύματος, η ομιλήτρια σημείωσε αρχικά ότι το Ίντερνετ περιορίζει τους διαφημιστικούς πόρους των παραδοσιακών Μέσων Ενημέρωσης, ωστόσο η απόδοση της διαφημιστικής δαπάνης κινείται σε χαμηλότερο επίπεδο (35-55%) σε σχέση με τα έντυπα ΜΜΕ.

Παρουσιάζοντας τα νέα οικονομικά μοντέλα για την προσέλκυση εσόδων στα Νέα Μέσα η κ. Σιαπέρα ανέφερε:

1. Τα έσοδα από δωρεές. Χρήστες του Διαδικτύου ή ιδρύματα χρηματοδοτούν έρευνες δημοσιογράφων.

2. Τη μη κερδοσκοπική δημοσιογραφία, που αναπτύσσεται με ένα μείγμα δωρεών και διαφημίσεων. Οι συμμετέχοντες δεν προσδοκούν κέρδη. Η βρετανική εφημερίδα Guardian αξιοποιεί το σχήμα αυτό.

3. Τα έσοδα από δημόσιες επιχορηγήσεις, όπως στην περίπτωση του BBC.

4. Την εξειδικευμένη δημοσιογραφία, που απευθύνεται σε συγκεκριμένους χρήστες με συγκεκριμένο περιεχόμενο, γεωγραφικό ή θεματικό.

5. Την πώληση περιεχομένου μέσω συνδρομών ή μικροπληρωμών για επιμέρους άρθρα και πληροφορίες.

Επίσης, εντοπίστηκαν πετυχημένα παραδείγματα μεμονωμένων δημοσιογράφων και ηλεκτρονικών σελίδων, που προσαρμόστηκαν με επιτυχία στην κουλτούρα του Διαδικτύου: επικοινωνία με τον χρήστη, συνεργασιμότητα και μοναδικότητα. [www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ]



 
Σχολιάστε

Posted by στο 21 Οκτωβρίου, 2010 in Δημοσιογραφία, Διαδίκτυο

 

Τα μεγαλύτερα ονόματα της δημοσιογραφίας!

Τα μεγαλύτερα ονόματα της Δημοσιογραφίας στο Ι.Ε.Κ. ΑΚΜΗ!

Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος ΑΚΜΗ σε βάζει στην πρώτη γραμμή της μάχιμης δημοσιογραφίας. Δίπλα στους πιο καταξιωμένους δημοσιογράφους, απόκτησε όλα τα απαραίτητα εφόδια για να γίνεις κι εσύ ο δημοσιογράφος της επόμενης γενιάς. Επιπλέον, με τη συνεργασία του QUEEN MARGARET UNIVERSITY, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σου δίνεται η δυνατότητα απόκτησης Bachelor-BA in Media Studies.

Σπούδασε δίπλα στους… Και η σχετική διαφήμιση παρέθετε γνωστά ονόματα της ελληνικής [τηλεοπτικής] δημοσιογραφίας.

ΕΜΕΙΣ, το μόνο που θα θέλαμε να μάθουμε είναι εάν όλοι αυτοί που “διδάσκουν” είναι δάσκαλοι και καθηγητές! Με τα ΙΕΚ-ΑΚΜΗ δεν έχω κανένα πρόβλημα. Μια ιδιωτική επιχείρηση είναι που κάνει τη δουλειά της. Πώς νομιμοποιούνται όλοι αυτοί οι “καταξιωμένοι” δημοσιογράφοι να είναι “καθηγητές”! Δηλαδή, τι “διδάσκουν” στα νέα παιδιά – πώς να έχουν ταυτοχρόνως και δυο και τρεις δουλειές; Και στο κάτω της γραφής ο καθένας έχει τον δικό του ορισμό της δημοσιογραφίας, της είδησης και της αλήθειας. Σκέφτομαι, απλώς, τις νέες γενιές των δημοσιογράφων και με πιάνει μελαγχολία…

Μπαίνω παραμέσα, στις “σελίδες” του site της ΑΚΜΗΣ και λέει κάπου: “Τι διδάσκομαι;” και παραθέτει τα παρακάτω μαθήματα:

Eισαγωγή στην Eπιστήμη της Δημοσιογραφίας, Eρευνητική Δημοσιογραφία (Reporting), Tεχνική Eπικοινωνίας, Iστορία του Tύπου, Aγωγή του Δημοσιογραφικού Λόγου, Tέχνη της Πειθούς, Συνταγματική & Πολιτική Iστορία της Eλλάδας, Iστορία και Λειτουργία της Eυρωπαϊκής Ένωσης, Tεχνική Συνέντευξης, Πειθαρχικό Δίκαιο, Διεθνείς Θεσμοί, Το Studio και η Λειτουργία του, Σύνταξη Δημοσιογραφικού Kειμένου, Oργάνωση και Έκδοση Eφημερίδας, Πολιτική Eπιστήμη – Συστήματα Διακυβέρνησης, Pεπορτάζ Yπουργείων, Πολιτικό – Kοινοβουλευτικό – Διπλωματικό Pεπορτάζ, Aθλητικό Pεπορτάζ, Σελιδοποίηση, Pαδιοτηλεοπτική Παρουσίαση, Δημόσιες Σχέσεις, Διεθνής Eιδησεογραφία, Oικονομικό Pεπορτάζ, Φωτοειδησεογραφία, Περιοδικός Tύπος, Πολιτιστικό – Kαλλιτεχνικό Pεπορτάζ, Tηλεοπτική Παραγωγή, Ξένες Γλώσσες, Xρήση H/Y…

Όλα τα παραπάνω μαθήματα, οι “καθηγητές”, τις φωτογραφίες των οποίων θαυμάζουμε, πού τα σπούδασαν; Έχουν πτυχία όλων αυτών των ειδικοτήτων; Κι αν έχουν πτυχία, διαθέτουν διδακτορικό; Μπορούν, δηλαδή, αυτοί οι δημοσιογράφοι να δώσουν πτυχία σε νέους ανθρώπους; Πρωινιάτικες απορίες…

Σε γενικές γραμμές αυτό ήταν το παραπάνω σχόλιο που μάλλον είχαμε δημοσιεύσει παλιότερα και τώρα δυστυχώς  ΔΕΝ το βρίσκουμε στο αρχείο μας. Δηλαδή, δεν υπάρχει αναρτημένο στο viewpress.

Το αναζητήσαμε όμως στο http://www.babylonia.gr όπου είχε αναρτηθεί, μετά από ένα μήνυμα του δημοσιογράφου ΠΡΟΚΟΠΗ ΔΟΥΚΑ, ο οποίος εθίγη κυρίως από τον τίτλο του δημοσιεύματος. Θα ζητήσουμε ΣΥΓΓΝΩΜΗ. Δεν είχαμε πρόθεση να τον θίξουμε και η εκτίμησή μας για την εν γένει παρουσία του στην ΕΡΤ είναι απεριόριστη. Συγγνώμη και από τους άλλους δημοσιογράφους, των οποίων τα ονόματα αναφέρονται. Οι δημοσιογράφοι δεν είναι απατεώνες! Είναι εκείνοι που κυνηγάνε και ξεμπροστιάζουν τους απατεώνες. Ίσως ήταν υπερβολική η αντίδρασή μας στην εκπαιδευτική ασυδοσία. Και γι’ αυτό είνασι υπεύθυνο το κράτος, αλλά και γενικώς οι δημοσιογράφοι που συμμετέχουν στο να υφίσταται αυτό το άθλιο καθεστώς. Ωστόσο τα ερωτήματα επανέρχονται:

  • Πώς νομιμοποιούνται όλοι αυτοί οι “καταξιωμένοι” δημοσιογράφοι να είναι “καθηγητές”! Κι αν έχουν πτυχία, διαθέτουν διδακτορικό; Μπορούν, δηλαδή, αυτοί οι δημοσιογράφοι να δώσουν πτυχία σε νέους ανθρώπους;