RSS

Category Archives: Κρίση του Τύπου

Τα ΜΜΕ μπροστά στην κρίση

  • Του Στέλιου Παπαθανασόπουλου*Η Καθημερινή, Tρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010
  • Τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας δεν θα μπορούσαν να αποφύγουν την κρίση που μαστίζει την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Πόσω μάλλον όταν το ελληνικό επικοινωνιακό πεδίο έχει δομηθεί πάνω σε μια σαθρή βάση και παράλληλα φιλοξενεί ένα πλήθος ΜΜΕ, είτε έντυπων είτε ηλεκτρονικών, σε μια αποδεδειγμένα μικρή σε μέγεθος αγορά, με περιορισμένες δυνατότητες και περιορισμένες προοπτικές.

Στη χώρα μας, τα τελευταία είκοσι χρόνια, τρεις παράγοντες σε συνδυασμό μεταξύ τους έχουν συνεισφέρει σε αυτό που χαρακτηρίζεται η πιο «ανταγωνιστική περίοδος» στην ιστορία των ελληνικών Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας και ενημέρωσης.

Πρώτον, η θεαματική πτώση των πωλήσεων των εφημερίδων σε όλες τις κατηγορίες, αλλά κυρίως των ημερήσιων πολιτικών. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην έλευση των ηλεκτρονικών ιδιωτικών μέσων και εν μέρει στην αδυναμία του Τύπου να αντιμετωπίσει τις νέες συνθήκες και τα νέα δεδομένα στο πεδίο.

Δεύτερον, στην παντελή έλλειψη εποπτείας του ραδιοτηλεοπτικού συστήματος, αφού και το πιο βασικό του στοιχείο, δηλαδή οι άδειες, παραμένουν σε ένα καθεστώς διαρκούς εκκρεμότητας.

Τρίτον, στους σημαντικούς περιορισμούς στους προϋπολογισμούς των ΜΜΕ, που σε σημαντικό βαθμό οφείλονται στην οικονομική ύφεση και στην ατονία της διαφημιστικής δαπάνης και κυρίως στο γεγονός ότι η κύρια χρηματοδότησή τους, είτε πρόκειται για έντυπα είτε για ηλεκτρονικά μέσα ή ακόμη και συνδρομητικά, είναι η διαφήμιση. Αποτέλεσμα αυτών είναι, τόσο στον Τύπο όσο και στη ραδιοφωνία και τηλεόραση, οι φορείς τους να λειτουργούν σε ένα περιβάλλον στο οποίο η εποχή των «παχιών αγελάδων» να έχει παρέλθει οριστικά και ο ανταγωνισμός να έχει γίνει ανελέητος σε όλα τα επίπεδα του προσφερόμενου επικοινωνιακού προϊόντος με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Αυτή η κατάσταση επίσης οφείλεται αφενός στην έλλειψη στρατηγικής στο επικοινωνιακό πεδίο της χώρας και αφετέρου στο γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρηματιών που δρουν στο τηλεοπτικό πεδίο και κατ’ επέκταση στο επικοινωνιακό πεδίο συνήθιζε (ακόμη το κάνει) να χρησιμοποιεί τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και ενημέρωσης κυρίως ως εργαλεία για τις άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητές της, μετατρέποντας το παραδοσιακό «ή υπούργημα μου δίνεις ή εφημερίδα γράφω» στο μετανεωτερικό «ή δημόσιο έργο μού δίνεις ή κανάλι στήνω». Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει μακροπρόθεσμη ούτε καν μεσοπρόθεσμη στρατηγική για την πορεία του πεδίου. Αντίθετα, όπως καταδεικνύει η περίπτωση των τηλεοπτικών αδειών, τα περισσότερα κανάλια λειτουργούν μέσα από την προοπτική των μικροσυμφερόντων και οι εργαζόμενοι στον χώρο αποτελούν αντικείμενα εκμετάλλευσης σε καθεστώς μόνιμης ανασφάλειας.

Στην πράξη, η εμπειρία των δύο τελευταίων δεκαετιών συνιστά ότι δεν χρειαζόμαστε νέους νόμους, χρειαζόμαστε λίγους νόμους, ένα χαλαρό δηλαδή θεσμικό πλαίσιο που να επιτρέπει επενδύσεις, αλλά και να εφαρμόζεται. Δεν χρειάζεται η εκάστοτε πολιτική εξουσία να αναμασά και να παίζει με το «εύρημα» του 1998 περί «των νομίμων λειτουργούντων σταθμών» επειδή έχουν υποβάλει αίτηση αδειοδότησης, κι όταν τείνει να απονείμει τις άδειες να προκηρύσσονται εκλογές. Δεν χρειάζεται οι εκδότες να επενδύουν μόνο στα δώρα, αλλά και να στρέφουν την προσοχή τους στο περιεχόμενο και στην προσέλκυση του νεανικού κοινού.

Βέβαια, η πάλαι ποτέ «τρελή αυξητική πορεία» της διαφημιστικής δαπάνης αποτελεί πια ένα «νοσταλγικό παρελθόν» προκαλώντας πονοκέφαλο (και βεβαίως γκρίνιες και απολύσεις) στους ιθύνοντες των σταθμών. Καθώς δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές, οι προϋπολογισμοί θα είναι απελπιστικά «σφικτοί» με προφανώς αρνητικά αποτελέσματα όσον αφορά την ποιότητα του προσφερόμενου περιεχομένου.

Οποιαδήποτε πρόβλεψη για το μέλλον είναι τόσο επισφαλής όσο και η πρόβλεψη του δελτίου καιρού για το επόμενο τρίμηνο. Είναι όμως γεγονός ότι έχουμε εισέλθει στη φάση της «μεγάλης συρρίκνωσης» των παραδοσιακών ΜΜΕ, εφημερίδων, περιοδικών, ραδιοφώνων. Σε σύγκριση με τα άλλα Μέσα, η τηλεόραση θα βρεθεί σε καλύτερη κατάσταση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα κλείσουν ή δεν θα συγχωνευτούν τηλεοπτικά κανάλια ή κάποια ενδεχομένως να μετατραπούν σε συνδρομητικά. Θα επιβιώσουν 3-4 εφημερίδες μόνο και καμιά δεκαριά ραδιόφωνα που θα προσανατολιστούν σε ένα μείγμα ενημερωτικού το πρωί και μουσικού περιεχομένου το απόγευμα, με «πολλή κουβέντα» με τους ακροατές.

Οι σύγχρονες συνθήκες επιβάλλουν τη χάραξη μιας οραματικής και ταυτόχρονα συνεκτικής δημόσιας πολιτικής στο επικοινωνιακό πεδίο. Ας αφήσουμε πίσω το «αμαρτωλό» και στην πράξη τραγικό αναλογικό μας παρελθόν και ας εστιαστούμε επιτέλους στο ψηφιακό μας μέλλον.

Ομως, χρόνο με τον χρόνο καθίσταται εμφανές ότι χρειαζόμαστε και στον χώρο της μαζικής επικοινωνίας ηγέτες με όραμα για το μέλλον του πεδίου, ανθρώπους που να αγαπούν τα μέσα επικοινωνίας, δημοσιογράφους που να σέβονται τον εαυτό τους και το επάγγελμά τους, διαφημιστές που να τους ενδιαφέρει και η αισθητική των διαφημίσεών τους και του περιβάλλοντος που τις τοποθετούν κι αναλυτές και μελετητές των Μέσων που ερευνούν τα ΜΜΕ για να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν ένα πολύ σύνθετο φαινόμενο κι όχι τους γνωστούς αετονύχηδες των τηλεοπτικών κι άλλων παραθύρων.

*Ο Στέλιος Παπαθανασόπουλος είναι καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 14 Δεκεμβρίου, 2010 in Κρίση του Τύπου

 

Ετικέτες:

Η «κρίση στον Τύπο» και ο πειραματικός σωλήνας των ελληνικών ΜΜΕ

Αμεντέο Μοντιλιάνι, «Γονατιστή Καρυάτιδα, που κάθεται στις φτέρνες της», π. 1911-1913

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ, Η ΑΥΓΗ: 12/12/2010

    Με το πέρας του καλοκαιριού, η αναμενόμενη ως μοιραία εισβολή της «εποχής του Μνημονίου» σε όλους τους τομείς της ελληνικής κοινωνίας άρχισε να υλοποιείται δραστικά και στον χώρο των ΜΜΕ. Τα ελληνικά ΜΜΕ, που την τελευταία εικοσαετία αποδείχθηκαν προπύργιο της διαπλοκής οικονομικής και πολιτικής εξουσίας στη χώρα, και ταυτόχρονα βασικός πυλώνας της καταναλωτικής, ιδιωτεύουσας κουλτούρας που σφράγισε τα χρόνια της «ισχυρής Ελλάδας», μετατρέπονται σήμερα σε πεδίο «πυρηνικών δοκιμών» ενόψει της γενικής αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου που επιχειρείται με όχημα τον «μηχανισμό στήριξης» της χώρας και ιδεολογικό προκάλυμμα την αποφυγή του πολυπρόσωπου φαντάσματος της «χρεοκοπίας» (δημοσιονομική χρεοκοπία, χρεοκοπία των ασφαλιστικών ταμείων, χρεοκοπία επιχειρήσεων κ.ο.κ.).

    Χρειάζεται να τονίσουμε τον διττό χαρακτήρα αυτού που εννοούμε εδώ ως «πεδίο πυρηνικών δοκιμών», ή ως «πειραματικό σωλήνα», αν προτιμά κανείς την πιο μετριοπαθή διατύπωση του τίτλου: δεν πρόκειται απλώς για επιμέρους εφαρμογή ενός γενικού σχεδίου, αλλά επίσης –και συγχρόνως– για απόπειρα παραγωγής του ίδιου του γενικού σχεδίου μέσα σε έναν επιμέρους τομέα, με τη μέθοδο της δοκιμής και του σφάλματος, και με εκμετάλλευση όλων των εγγενών ιδιαιτεροτήτων και δυνατοτήτων αυτού του τομέα. Κανείς δεν ήξερε στην πραγματικότητα τι ακριβώς είναι μια ατομική βόμβα, μέχρι που δοκιμάστηκε· και η δοκιμή αυτή ναι μεν βασίστηκε σε μια θεωρία, αλλά, από όλες τις πρακτικές απόψεις, «γέννησε» την ίδια την πυρηνική εποχή στην οποία εντάσσεται με τον πολύ ειδικό τρόπο του ορίου, της απαρχής.

    Ειρωνικά, έχουμε να κάνουμε εδώ με την αμφισημία εκείνη που διατύπωσε με φιλοσοφικούς όρους η καντιανή θεωρία της κρίσης: μια κρίση μπορεί να είναι προσδιοριστική, να εφαρμόζει τον γενικό νόμο σε μια ιδιαίτερη περίπτωση, όπως μπορεί να είναι και αναστοχαστική, να παράγει τον γενικό νόμο από μια ιδιαίτερη περίπτωση. Σε μεγάλο βαθμό, η τρέχουσα καπιταλιστική κρίση έχει αυτήν ακριβώς την καντιανή δομή: παράγεται από και παράγει το κεφάλαιο, σε μια διαδικασία αναδιάρθρωσης (της σχέσης-κεφάλαιο) που γι’ άλλους εκδηλώνεται ως επίθεση και όλεθρος και γι’ άλλους ως «ευκαιρία»…

    • Το υπόβαθρο της κρίσης

    Ας επιστρέψουμε στο χώρο των ελληνικών ΜΜΕ. Ο σχηματισμός μεγάλων συγκροτημάτων Τύπου (γραπτού και ηλεκτρονικού πλέον) που ακολούθησε κατά πόδας την απελευθέρωση της ραδιοφωνίας και τηλεόρασης στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του 1980, και σε μεγάλο βαθμό –αλλά όχι αποκλειστικά– βασίστηκε στα παλιά «τζάκια» της χώρας, επέφερε φαινόμενα γνωστά σε όλους μας: την περιλάλητη «διαπλοκή», την εμπέδωση της κουλτούρας του καταναλωτισμού, την αναδιατύπωση του ιδεώδους της επιτυχίας με αγοραίους όρους, την αποθέωση της ιδιώτευσης και του «καναπέ» ως ορίζοντα της ατομικής ευμάρειας και της ίδιας της ευτυχίας. Το προϊόν που παρήγαν τα ΜΜΕ επί είκοσι χρόνια είχε αντίκτυπο σε όλη την ελληνική κοινωνία, τόσο ώστε να μη γίνεται αντιληπτός ο αντίκτυπός του στο εσωτερικό τους, στους ίδιους τους παραγωγούς του — δημοσιογράφους, παρουσιαστές, τεχνικούς, άλλους εργαζόμενους στα media (όπως μετονομάστηκε αστραφτερά ο παραδοσιακός «Τύπος»), στελέχη και «πυλωρούς» των ειδήσεων. Με συνοπτικές διαδικασίες, οι εργαζόμενοι στα ΜΜΕ απώλεσαν ιδίοις εξόδοις το καθεστώς του εργαζόμενου, αφομοιώνοντας πλήρως τα πρότυπα που (ανα)μετέδιδαν, με την αγαστή σύμπραξη των συνδικαλιστικών τους ενώσεων, οι οποίες, αν δεν αυτοκαταδικάστηκαν στην αδράνεια και στην ανυπαρξία, συνέργησαν με ζήλο στη μετατροπή τους σε οιονεί εργοδοτικές οργανώσεις, πραγματικά διευθυντικά επιτελεία που ο ρόλος τους εξαντλούταν στην απευθείας διαπραγμάτευση με τους «βαρόνους» των ΜΜΕ για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών συντεχνιακών συμφερόντων.

    Το πρώτο και καθοριστικό στάδιο της «κρίσης στον Τύπο» υπήρξε, από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 χονδρικά, η καθιέρωση της επισφαλούς εργασίας στα ΜΜΕ, η οποία προπαγανδίστηκε σταθερά, και μέχρι σήμερα ακόμα, ως αναγκαίο τίμημα για την ένταξη μιας ολόκληρης γενιάς νέων πτυχιούχων στο «λαμπερό κόσμο» των media, όπου τα μακροπρόθεσμα οφέλη θα ήταν η δημοσιότητα, η κοινωνική αναγνώριση, οι «γνωριμίες», η οικονομική εξασφάλιση και η «επιρροή». Πολύ πριν η υπογραφή επιχειρησιακών και ατομικών συμβάσεων γίνει θέμα στην ημερήσια διάταξη των ΜΜΕ, η εργασιακή πραγματικότητα στα ΜΜΕ, ιδίως –αλλά όχι μόνο– στα ραδιοτηλεοπτικά και στα ηλεκτρονικά, περιλάμβανε υποχρεωτικά σχεδόν για την πλειονότητα των νέων εργαζομένων την άμισθη απασχόληση, την επιμήκη «πρακτική άσκηση» (στην εμπέδωση της οποίας συνέβαλε ενεργά το κράτος, μέσω των πανεπιστημιακών σχολών), τη «μαύρη» εργασία, την ψευδεπίγραφη «παροχή υπηρεσιών» με μπλοκάκι, την καταστρατήγηση των συλλογικών συμβάσεων. Ο επισφαλώς εργαζόμενος, χωρίς συνδικαλιστική κάλυψη και χωρίς ουσιαστικά εργασιακά δικαιώματα, καλούταν να αρπαχτεί γερά από το «όνειρό» του, για μια μελλοντική καριέρα με πλούσια οφέλη, προκειμένου να επιβιώσει με κάθε τρόπο· ειδάλλως, δεν είχε παρά να ενστερνιστεί την πραγματικότητα της δουλειάς του και να δει τον εαυτό του ως «πληροφοριακό εργάτη», «διανοητικό προλετάριο» που θα χρειαζόταν να ανασυντάξει εκ του μηδενός περίπου τις δυνάμεις του απέναντι στην εκμετάλλευση που αντιμετώπιζε καθημερινά. Η δεύτερη αυτή εξέλιξη δεν υπήρξε ποτέ κυρίαρχη, αξίζει να σημειωθεί ωστόσο, γιατί φαίνεται ότι έχει οδηγήσει, χωρίς τυμπανοκρουσίες, στη διαμόρφωση μιας καινοφανούς συλλογικής συνείδησης νεότερων κυρίως εργαζομένων στα ΜΜΕ, η οποία αρχίζει να εκδηλώνεται πιο δυναμικά σήμερα, στο τρέχον στάδιο της κρίσης στα ελληνικά ΜΜΕ.

    • Στόχοι και στρατηγικές

    Σήμερα, λοιπόν, η περιρρέουσα, ελέω Μνημονίου, κρίση όχι μόνο βρίσκει πρόσφορο έδαφος στα ΜΜΕ, αλλά μοιάζει να υπολείπεται κιόλας μιας κατάστασης που στον ευρύτερο χώρο του Τύπου έχει ήδη γερές βάσεις. Το νέο στοιχείο που προστίθεται, βέβαια, είναι αυτό της νομιμοποίησης: η γενικευμένη μεν, λανθάνουσα δε επισφάλεια στα ΜΜΕ νομιμοποιείται τώρα ως πάγιο εργασιακό καθεστώς, η πάλαι ποτέ εξαίρεση γίνεται ο κανόνας, και το κύμα παρασύρει και τους αλλοτινούς «ανέγγιχτους», τα μόνιμα στελέχη των συγκροτημάτων Τύπου, προβεβλημένους συντάκτες, «μέλη της ΕΣΗΕΑ», μισθωτούς τεχνικούς, ακριβοπληρωμένους freelancers. Οι εκδότες και καναλάρχες αντιλαμβάνονται ότι ίσως σήμανε η ώρα να υλοποιήσουν, χωρίς κόστος πια, αυτό που εφάρμοζαν ήδη από καιρό, συντηρώντας ωστόσο προς τούτο ένα ολόκληρο επιτελείο «πυλωρών» και στελεχών: την ομογενοποίηση της πληροφορίας, την ενιαία παραγωγή της από ελεγχόμενα newsrooms και την ομοιόμορφη διάχυσή της στα ποικίλα μέσα ενημέρωσης, έντυπα και ηλεκτρονικά. Οι επισφαλώς απασχολούμενοι «πληροφοριακοί εργάτες» δεν μπορούν, φυσικά, να αξιώσουν συμμετοχή σε συσκέψεις για τον καθορισμό της ημερήσιας διάταξης· το υψηλό αυτό καθήκον θα το αναλάβει αποκλειστικά η διεύθυνση, σε προνομιακή συνεννόηση με τους ιθύνοντες της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας: η διαπλοκή μπορεί επιτέλους να εκπληρώσει την (ατελώς εφαρμοσμένη μέχρι πρότινος) ιδέα της.

    Πώς όμως θα επιτευχθεί στην πράξη η ομογενοποίηση της εργασίας στα ΜΜΕ, απαραίτητη για μια τέτοια ομογενοποίηση της παραγόμενης πληροφορίας; Η κεντρική στρατηγική που εφαρμόζεται από τα μεγάλα συγκροτήματα Τύπου και ΜΜΕ της χώρας, με ιδιαίτερη ένταση τους τελευταίους μήνες, είναι τριπλή: αιφνίδιες μαζικές απολύσεις και «λουκέτα» (με πρωτουργό τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη), απολύσεις ήπιας έντασης σε βάθος χρόνου (με πρωτουργό το συγκρότημα του «Πήγασου»), οριζόντιες μειώσεις μισθών και καθιέρωση ατομικών συμβάσεων (με πρωτουργό τον όμιλο Αλαφούζου). Κάπου ενδιάμεσα τοποθετείται η πιο «πατροπαράδοτη» και σπασμωδική στρατηγική των καθυστερήσεων πληρωμών, σε συνδυασμό με περικοπές ακριβών ανεξάρτητων συντακτών ή παντός είδους «εξωτερικών συνεργατών», συνήθως επαγγελματιών των οποίων η ειδικευμένη εργασία ανατίθεται σε μόνιμους υπαλλήλους γενικής χρήσης (χαρακτηριστικές περιπτώσεις εδώ, η Ελευθεροτυπία και τα συγκροτήματα Γιαννίκου-Κουρή). Κοινή τετριμμένη διαπίστωση των εκδοτών: ότι οι πωλήσεις των εντύπων τους έχουν μειωθεί δραματικά, το ίδιο και τα διαφημιστικά τους έσοδα. Κοινή έντεχνη παράλειψη των εκδοτών: ότι αυτή η μείωση των πωλήσεων εξυφάνθηκε από τους ίδιους, μέσω του μοντέλου του ιδιωτικού-καταναλωτικού αναγνωστικού κοινού που προήγαν επί μακρόν και με κάθε μέσο, συμπεριλαμβανομένης της κατευθυνόμενης ενημέρωσης προς όφελος των διαφόρων κέντρων εξουσίας. Εν πάση περιπτώσει, οι συντονισμένες μεθοδεύσεις τους έμοιαζαν να κυλούν απρόσκοπτα, μέχρι που…

    • Απεργία διαρκείας;

    Στις 30 Νοεμβρίου, μια εκ προοιμίου συμβολική εικοσιτετράωρη απεργία στα ΜΜΕ εξελίχθηκε σε μαζική διαδήλωση δυο χιλιάδων ανθρώπων, σε άγρια αποδοκιμασία των συνδικαλιστικών ηγεσιών και σε μια ανοιχτή συνέλευση, στο κτίριο της ΕΣΗΕΑ, εκατοντάδων εργαζομένων που αποφάσισαν να θεσπίσουν ένα συντονιστικό όργανο αγώνα ως απάντηση στη γραφειοκρατική αδράνεια των περισσότερων σωματείων του κλάδου. Μέσα σε μία ημέρα, οι αφανείς διεργασίες που κυοφορούνταν για χρόνια, προπάντων από επισφαλώς εργαζομένους, ανέργους, πτυχιούχους ή φοιτητές στο χώρο των ΜΜΕ, εμφανίστηκαν ορμητικά στο προσκήνιο, επιβάλλοντας τη δική τους «ημερήσια διάταξη», τη δική τους αόρατη πραγματικότητα. Όσο κι αν την επομένη ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη ανακοίνωσε ως αντίμετρο δεκάδες απολύσεις (που στη συνέχεια ανεστάλησαν προσωρινά) δημοσιογράφων του έντυπου καθημερινού Βήματος, θυμάτων στο βωμό της «ηλεκτρονικής εποχής», σύμφωνα με τις υποκριτικές μεγαλοστομίες του Οργανισμού, η εμπειρία της 30ής Νοεμβρίου δεν φαίνεται να μπορεί να κατασταλεί τόσο εύκολα: την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, είχε ήδη εξαγγελθεί από τα επίσημα σωματεία των ΜΜΕ, αλλά εμφανώς υπό την πίεση πολύ ευρύτερων διαδικασιών, μια σαρανταοχτάωρη απεργία για τις 17 και 18 Δεκεμβρίου που, σε συνδυασμό με τη γενική απεργία της 15ης του μήνα, δημιουργεί σκηνικό πολέμου ενάντια στα συγκροτήματα Τύπου, με επίδικο αντικείμενο την έκδοση των κερδοφόρων κυριακάτικων φύλλων.

    Και να που, αίφνης, το σύνθημα «Κάνε την κρίση ευκαιρία» μοιάζει να αλλάζει νόημα. Ατυχώς για τους εποφθαλμιούντες «βαρόνους» και διευθυντές των ΜΜΕ, εφεξής η ευκαιρία, ο «καιρός», επαφίεται και στους εργαζόμενους, αν όχι και στο κοινό, της μαζικής ενημέρωσης, σε ένα πλήθος ανθρώπων που βρίσκονται σε πλήρη διαδικασία ταξικής ανασύνθεσης και ανασύνταξης. Ένα κρίσιμο μέτωπο που φάνταζε οριστικά κλειστό ξανανοίγει με πάταγο, και η έκβαση της σύγκρουσης δεν φαίνεται πια προδικασμένη. Ο αγώνας παραμένει άνισος· ακόμα και στα ΜΜΕ, όμως, βρίσκεται πλέον –ω του θαύματος– στα χέρια των εργατών.

     
    Σχολιάστε

    Posted by στο 13 Δεκεμβρίου, 2010 in Κρίση του Τύπου, ΜΜΕ, Μνημόνιο

     

    Ετικέτες:

    Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Ο ΤΥΠΟΣ

    ΣΤΑΥΡΟΣ Π. ΨΥΧΑΡΗΣ | Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

    Το προχθεσινό καθημερινό φύλλο του «Βήματος» ήταν το τελευταίο. Το πολυσυζητημένο Ιnternet εκτοπίζει τα παραδοσιακά ταχυπιεστήρια, τα κομπιούτερ έχουν ήδη σκοτώσει τον Γουτεμβέργιο. Η ημερήσια έκδοση σε τυπωμένο χαρτί δίνει τη θέση της στην ηλεκτρονική εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ.gr.

    Το γεγονός αυτό δεν είναι αποτέλεσμα μόνον της οικονομικής κρίσης στον κόσμο, στην Ευρώπη ειδικότερα και στην Ελλάδα ιδιαίτερα. Η διακοπή εκδόσεως του καθημερινού φύλλου του «Βήματος» είναι αναπόφευκτη συνέπεια της τεχνολογικής εξέλιξης, αλλά και της επιθυμίας των πολιτών να έχουν όλο και περισσότερη, ταχύτερη και ευρύτερη ενημέρωση.

    Ο άνθρωπος του 21ου αιώνα ενημερώνεται διαρκώς για τα τρέχοντα θέματα, ακούει ραδιόφωνο στο αυτοκίνητό του, βλέπει τηλεόραση στο σπίτι του, αποκτά «αυτομάτως» τις πληροφορίες που του είναι απαραίτητες για την καθημερινή ζωή του. Την Κυριακή η ζωή είναι διαφορετική και οι κυριακάτικες εφημερίδες γνώμης ανθούν.

    Η εντυπωσιακή ανάπτυξη του κυριακάτικου Τύπου είναι (αυτό το παραδέχονται όλοι) αποτέλεσμα και της μεγάλης αλλαγής που έφερε στην ενημέρωση από τα μέσα της 10ετίας του 1980 «Το Βήμα της Κυριακής».

    Μετά από πολλές σκέψεις και έρευνες «Το Βήμα», εκτιμώντας και την πορεία της οικονομίας εν σχέσει με το κόστος εκδόσεως των εφημερίδων, είναι υποχρεωμένο να σεβασθεί την προτίμηση των αναγνωστών του.

    Προχθές Παρασκευή περισσότεροι από 85.000 αναγνώστες ενημερώθηκαν από το ηλεκτρονικό site του «Βήματος». Την ίδια ημέρα αγόρασαν την εφημερίδα λιγότεροι από 10.000 αναγνώστες.

    Το μήνυμα είναι σαφές, το ελάβαμε και αποδεχόμαστε την Πρόκληση. Το «χάρτινο» καθημερινό φύλλο αντικαθίσταται από την ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας, η οποία λειτουργεί ήδη παράλληλα με την εφαρμογή ενός Προγράμματος Αλλαγών που μας οδηγεί στο Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011.

    Τότε οι αναγνώστες του «Βήματος» θα έχουν (μαζί με την παρούσα «χάρτινη» έκδοση του «Βήματος της Κυριακής» που συνεχίζει την πορεία του) και μια από τις διεθνώς καλύτερες ηλεκτρονικές εφημερίδες. Το καθημερινό «Βήμα» δεν λέει αντίο, αλλά εις το επανιδείν στο Διαδίκτυο.

    Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=57&artId=370091&dt=28/11/2010#ixzz16aCtJ4qN

     

    Οι αριθμοί, καθρέφτης της κρίσης στον Τύπο

    • Για τις επτά εισηγμένες επιχειρήσεις το ύψος των δανείων αθροιστικά φθάνει τα 664 εκατ.
    • Του Παναγη Γαλιατσατου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 10 Oκτωβρίου 2010

    Στις 22 Ιουνίου του 2009 η οικογένεια Αγγελοπούλου έδωσε ένα βίαιο τέλος στο εκδοτικό της εγχείρημα. Αν και δεν ήταν ξεκάθαρο για τους περισσότερους τότε, ο «Ελεύθερος Τύπος» ήταν το πρώτο θύμα της οικονομικής κρίσης στον χώρο των ΜΜΕ. Η ιδιοκτησία του ομίλου που είχε τον κύριο όγκο των δραστηριοτήτων της στο εξωτερικό είχε αισθανθεί τις επιπτώσεις της πολύ νωρίτερα από τους ανταγωνιστές της. Στην Ελλάδα η ύφεση ήταν ακόμα ήπια.

    Ενα χρόνο αργότερα, σχεδόν το σύνολο των επιχειρήσεων των ΜΜΕ βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση με αυτήν στην οποία βρισκόταν το «Ιδρυμα Τύπου Α.Ε.» στις αρχές του καλοκαιριού του 2009. Το ρίγος για το άγνωστο μέλλον διαπερνά το σύνολο των εκδοτικών συγκροτημάτων. Απολύσεις και περικοπές αποδοχών, κλείσιμο συναφών δραστηριοτήτων, φήμες ότι έρχονται πολύ χειρότερα, βρίσκονται παντού στην ημερησία διάταξη. Η κρίση που εκδηλώθηκε σε τρία από τα τέσσερα μεγάλα συγκροτήματα του Τύπου με αφορμή τις απειλές για απολύσεις προσωπικού στα μέσα της περασμένης εβδομάδας, οι ευθείες απειλές για «λουκέτο», και όχι μόνο, συνθέτουν αυτήν την εικόνα.

    Σχεδόν όλες οι εισηγμένες επιχειρήσεις του κλάδου εμφανίζουν τεράστιο δανεισμό, που πρέπει να εξυπηρετηθεί. Αυτή είναι και η αχίλλειος πτέρνα των εκδοτικών συγκροτημάτων. Στις 30/6/2010 αθροίζονταν για τις επτά εισηγμένες επιχειρήσεις του κλάδου δάνεια ύψους 664 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων ένα μεγάλο μέρος είναι βραχυπρόθεσμα. Η πραγματικότητα ενδεχομένως να είναι χειρότερη από αυτά που αποτυπώνουν οι ισολογισμοί: Οπως έγραψε την περασμένη εβδομάδα ο διευθυντής του «Βήματος», Παντελής Καψής, «ο συνδυασμός της κρίσης του Τύπου με την οικονομική κρίση έχει προκαλέσει ασφυκτικές πιέσεις σε όλα τα Μέσα και έχει οδηγήσει σε οικονομικά αποτελέσματα που πολύ απλά δεν είναι δυνατόν να διατηρηθούν. Μιλάμε για ορίζοντα μηνών, αν όχι εβδομάδων. Ηδη πολλές εφημερίδες έχουν υποθηκεύσει όλα τα περιουσιακά στοιχεία τους και πληρώνουν τους μισθούς με δανεικά, την ίδια στιγμή που οι τράπεζες αρνούνται να συνεχίσουν τη χρηματοδότηση. Για πόσο καιρό ακόμη μπορεί να συνεχιστούν έτσι τα πράγματα;»

    • Εύκολη λύση

    Ο δανεισμός υπήρξε η εύκολη διέξοδος για τις εκδοτικές επιχειρήσεις ολόκληρη την προηγούμενη δεκαετία. Τα χρήματα που αντλήθηκαν, όμως, χρησιμοποιήθηκαν για την επέκταση των δραστηριοτήτων και τον πόλεμο για τα μερίδια αγοράς, και όχι για την απαραίτητη εξυγίανση επιχειρήσεων που ανταγωνίζονταν για μια πίτα η οποία μάλλον μίκραινε παρά μεγάλωνε.

    Η χρονική καθυστέρηση με την οποία εκδηλώθηκε η κρίση στη χώρα μας επέτρεψε στα εκδοτικά συγκροτήματα να διατηρήσουν τις ψευδαισθήσεις τους ακόμα και μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, που είχε συνέπεια να κλείσει η στρόφιγγα του δανεισμού: Στην ετήσια οικονομική κατάσταση μιας εκ των εισηγμένων, για το 2008, σημειώνονται οι επιπτώσεις από την «αρνητική οικονομική συγκυρία», χωρίς ιδιαίτερη ανησυχία. «Η στασιμότητα της διαφημιστικής δαπάνης περιόρισε τις δυνατότητες αύξησης των συνολικών πωλήσεων του Ομίλου και της Μητρικής Εταιρείας», αναφερόταν εκεί. Ενα χρόνο αργότερα, η αντίστοιχη έκθεση διαβάζεται σαν δελτίο θυέλλης: «Η διεθνής αρνητική οικονομική συγκυρία είχε σημαντικές επιπτώσεις στην εξέλιξη εργασιών και δραστηριοτήτων του Ομίλου… Στην εγχώρια αγορά το 2009 καταγράφηκε μείωση στη διαφημιστική δαπάνη προς τις εφημερίδες κατά 8% και προς τα περιοδικά κατά 20%, με συνέπεια σημαντική πίεση στις πωλήσεις, στα έσοδα και τους όρους είσπραξης των απαιτήσεων…». H έκθεση αυτή θα μπορούσε να αναγράφεται σχεδόν στο σύνολο των ισολογισμών του χώρου. Και το ζητούμενο πλέον είναι αν σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής ύφεσης είναι δυνατόν να αποτραπούν σχεδόν προδιαγεγραμμένες εξελίξεις.

    • Οι ζημίες στον κλάδο αγγίζουν το 40%-50%

    Οι συνθήκες δεν θα μπορούσαν να είναι περισσότερο αντίξοες για την προσπάθεια αναδιάρθρωσης των εκδοτικών ομίλων. Λόγω της ύφεσης, όλες οι επιχειρήσεις του κλάδου καταγράφουν σημαντική μείωση του κύκλου εργασιών το πρώτο εξάμηνο του 2009. Ο κύκλος εργασιών του ΔΟΛ (μητρική) υποχώρησε από τα 68,38 εκατ. ευρώ στα 56,35 εκατ. ευρώ, της Τεγόπουλος από τα 40,36 στα 33,11 εκατ., της «Καθημερινής» από τα 37,72 εκατ. στα 36,91 εκατ., της Τηλέτυπος (MEGA) από τα 75,19 εκατ. στα 68,99 και της Ελεύθερης Τηλεόρασης (Alter) από τα 57,06 στα 49,88 εκατ. ευρώ.

    Αν ανατρέξει κανείς στα στοιχεία του 2008, η υποχώρηση είναι πολύ μεγαλύτερη, ξεπερνά σε πολλές περιπτώσεις ακόμα και το 30%. Ο κλάδος καταγράφει έκρηξη των ζημιών, που αγγίζει στις εφημερίδες το 40% ή και το 50% και φτάνει στο τριπλάσιο ή και το πολλαπλάσιο στα κανάλια. Πολλές επιχειρήσεις εμφανίζουν και μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2010 σημαντική αύξηση δανεισμού και συρρίκνωση της καθαρής τους θέσης (ίδια κεφάλαια), κάτι που ενισχύει το δαιμονικό κύκλο.

    Η πολιτεία παρακολουθεί αυτήν την εξέλιξη αδρανής και ανήμπορη. Η στρόφιγγα της κρατικής διαφήμισης, που μπορούσε στο παρελθόν να σώσει ή να διευκολύνει τις επιχειρήσεις των ΜΜΕ, είναι ερμητικά κλειστή λόγω τρόικας, και θα παραμείνει έτσι και τα επόμενα χρόνια.

    Οι τράπεζες πάλι, παρακολουθούν αυτά που συμβαίνουν με έντονη νευρικότητα. Μόνο και μόνο ο όγκος των δανείων που εμφανίζονται στους ισολογισμούς (γιατί υπάρχουν και άλλες υποχρεώσεις) τις προβληματίζει, άλλωστε δεν αγνοούν πως η κατάρρευση ενός μεγάλου ομίλου θα συμπαρασύρει συνδεδεμένες επιχειρήσεις και εν τέλει θα πλήξει και τις ίδιες. Κρούσεις για προγράμματα διάσωσης έχουν γίνει, οι τράπεζες όμως παραμένουν διστακτικές.

     
    Σχολιάστε

    Posted by στο 10 Οκτωβρίου, 2010 in Κρίση του Τύπου

     

    Κρίση είναι, θα περάσει;

    • Τα «καυτά» προβλήματα, οι προκλήσεις και οι προοπτικές στον χώρο της έντυπης και ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας

    • ΡΕΠΟΡΤΑΖ Δ.ΓΑΛΑΝΗΣ | Κυριακή 11 Ιουλίου 2010
    • Η μείωση της διαφημιστικής δαπάνης,η πτώση στις κυκλοφορίες εφημερίδων και περιοδικών, η ολοένα αυξανόμενη εξάπλωση του Ιnternet και οι αλλαγές που έχει επιφέρει στην ενημέρωση, είναι τα «καυτά» ζητήματα που τον τελευταίο καιρό ασκούν πρωτόγνωρες πιέσεις σε όλα τα μέσα ενημέρωσης. Τηλεοπτικά δίκτυα και δημοσιογραφικοί οργανισμοί σε ολόκληρο τον κόσμο αναζητούν τρόπους για να ξεπεράσουν τις συμπληγάδες της κρίσης με τις λιγότερες δυνατές απώλειες και να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί στην αγορά.
    • Απώλειες για τις εφημερίδες στην Ελλάδα…

    Σε όλη την υφήλιο οι εφημερίδες καταγράφουν σημαντικές απώλειες στις κυκλοφορίες τους και στα διαφημιστικά τους έσοδα. Πρόκειται για έναν εκρηκτικό συνδυασμό που έχει μέχρι στιγμής οδηγήσει πολλές εφημερίδες στο εξωτερικό να αναστείλουν την κυκλοφορία τους, άλλες να αναζητούν απεγνωσμένα επενδυτές, ενώ οι περισσότεροι οργανισμοί έχουν καταφύγει σε μείωση προσωπικού και δαπανών.

    Στη χώρα μας οι κυκλοφορίες των εφημερίδων το 2010 είναι ιδιαίτερα απογοητευτικές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ενωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών, το 2008 οι εφημερίδες (πρωινές, απογευματινές και κυριακάτικες) είχαν πουλήσει συνολικά 158.404.233 φύλλα, ενώ το 2009 οι πωλήσεις τους έφτασαν τα 146.155.959 φύλλα, σημειώνοντας απώλειες της τάξεως του 7,7%. Το πρώτο τετράμηνο του 2010 το σύνολο των πωλήσεων των πρωινών, απογευματινών και κυριακάτικων εκδόσεων έφτασε τα 44.510.819 φύλλα, γεγονός που κάνει πολλούς να προβλέπουν ότι δεν αποκλείεται στο σύνολο του 2010 η συνολική μείωση να αγγίξει και το 15%.

     

    Διάλογος για την κρίση στον Τύπο με πρωτοβουλία της ΠΟΕΣΥ

    Το Διοικητικό Συμβούλιο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ενώσεων Συντακτών (Π.Ο.Ε.ΣΥ.) αποφάσισε:

    1. Κοινή συνεδρίαση των Προέδρων και των μελών των Διοικητικών Συμβουλίων των Ενώσεων-μελών την Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου, στα γραφεία της Ομοσπονδίας στην Αθήνα. Θέμα της συνεδρίασης οι ραγδαίες εξελίξεις στο Ασφαλιστικό και συντονισμός δράσης.

    2. Σύγκλιση του Γενικού Συμβουλίου το Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Π.Ο.Ε.ΣΥ. υιοθετεί ως ατζέντα της συνάντησης τα θέματα που έχουν θέσει με κοινή επιστολή του οι Ε.Σ.Η.Ε.Μ.-Θ., Ε.Σ.Η.Ε.Π.Η.Ν. και Ε.Σ.Η.Ε.Θ.Σ.Ε.-Ε. στις 5 Ιανουαρίου 2010:

    i. Πρωτοβουλία διαλόγου για την κρίση στον Τύπο και μέτρα στήριξης των ΜΜΕ.

    ii. Διάλογος και κατάρτιση προτάσεων για το Ασφαλιστικό.

    iii. Πρωτοβουλία για τον συντονισμό του διαλόγου των Ενώσεων σε σχέση με την Κοινή Συλλογική Σύμβαση για τον Περιφερειακό Τύπο, για τις διαδικασίες ελέγχου της εφαρμογής των ΣΣΕ που ισχύουν στην περιφέρεια και για την αλλαγή του σχετικού νομοθετικού πλαισίου.

    iv. Αντιμετώπιση της βιομηχανίας αγωγών εις βάρος δημοσιογράφων.

    v. Νομοθετική κατοχύρωση του Δημοσιογραφικού Απορρήτου.

    vi. Αναθεώρηση του Καταστατικού της Π.Ο.Ε.ΣΥ.

    vii. Πρωτοβουλία για την αποκατάσταση των συμβασιούχων δημοσιογράφων στην ΕΡΤ και για διάλογο σχετικά με το ρόλο της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης.
    // <![CDATA[//

     
    Σχολιάστε

    Posted by στο 31 Ιανουαρίου, 2010 in Κρίση του Τύπου, ΠΟΕΣΥ

     

    Πακέτα Τύπου και κόπι-πέιστ

    • Eνα βλέμμα
    • Tου Nικου Γ. Ξυδακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 08/11/2009

    Με ρωτούν συχνά: Πώς πάνε οι εφημερίδες; Συνήθως επιστρέφω το ερώτημα: Εσείς πώς τις βλέπετε να πάνε; Τις διαβάζετε, τις αγοράζετε, σας αρέσουν; Στη συζήτηση που ακολουθεί ανακαλύπτουμε ότι οι περισσότεροι υπό τον περιληπτικό όρο εφημερίδα εννοούν την ανά Κυριακή αγορά μιας ή περισσότερων πακέτων, και την πλαγία ανάγνωση μερικών άρθρων. Τα πακέτα αγοράζονται με κριτήρια ποικίλα: αν περιέχουν καλή ταινία, λαοφιλές μουσικό σι-ντι, βιβλίο τσέπης, βιβλίο ραφιού, λαχνούς για φουσκωτό. Ενα κριτήριο, όχι το ισχυρότερο, είναι η ίδια η εφημερίδα: ποια είναι, τι γράφει, ποιοι γράφουν, πώς γράφουν. Πάντως, το καθαυτό εκδοτικό προϊόν, το περιεχόμενο της εφημερίδας -και όχι τα εξαρτήματα και τα premiums- δεν δημιουργεί την ικανή συνθήκη για την αγορά του. Κι αυτό γίνεται φανερό και από το μάρκετινγκ των κυριακάτικων πακετοεφημερίδων: διαφημίζουν τα εξαρτήματα και τα δώρα· ποτέ ή σπανίως τα θέματα και τους γραφιάδες τους.

    Δεν είναι όλες οι εφημερίδες ίδιες, ασφαλώς, ούτε όλοι οι αναγνώστες ίδιοι. Αλλά την κυρίαρχη ροπή ορίζουν το αυτοκανιβαλιζόμενο μάρκετινγκ του Τύπου και η βαριεστημένη βουλιμία των αναγνωστών. H διαφθορά τελείται αμφίδρομα. Με θύμα όχι μόνο την παρακμάζουσα βιομηχανία του Τύπου, αλλά τώρα πλέον την ίδια τη δημοσιογραφία.

    Η δημοσιογραφία βέβαια, από καιρό, πολύ πριν από την παρούσα βαθιά κρίση, είχε φροντίσει να απομειώσει την αξιοπιστία της, την ανεξαρτησία της, τον εναντιωματικό της χαρακτήρα, τη δομική της δυσπιστία απέναντι σε κάθε λογής εξουσίες και αυθεντίες. Αντί να κοιτάει στα μάτια τον αναγνώστη, τον πελάτη, αυτόν που κρίνει και πληρώνει, αλληθώριζε προς την εξουσία, τόσο πολύ, που νόμιζε ότι είναι εξουσία η ίδια. Εγραφε απευθυνόμενη στην εξουσία, και όχι στον πολίτη, σαν να συγκυβερνά.

    Μιλάμε για δημοσιογραφία· θα ήταν ορθότερο να μιλάμε για δημοσιογράφους. Ανθρωποι σφάλλουν και διαφθείρουν, άνθρωποι φέρονται σαν αδύναμοι και μοιραίοι. Αυτοί οι άνθρωποι είμαστε εμείς· οι δημοσιογράφοι που παραπίστεψαν στη διαμεσολαβητική τους ισχύ και στην αλαζονική Τέταρτη Εξουσία. Ανθρωποι που με την τηλεόραση ένιωσαν σταρ, κι από τους σταρ πήραν τις αμοιβές και τις συμπεριφορές, άλλαξαν επαγγελματικό γένος και ήθος. Ανθρωποι που σαγηνεύτηκαν από την επέλαση του λαϊφστάιλ και του νεοκυνισμού. Και σαρώθηκαν. Και επέβαλαν στα παλαιά μέσα τη νοοτροπία και τα ήθη των νέων μέσων· επέβαλαν την τυραννία του infotainment και στις παραδοσιακές, τις σοβαρές εφημερίδες· επέβαλαν την ημιμάθεια και την ελαφρότητα της πρωινής τηλεοπτικής ζώνης, όπου όχι μόνο συγχωρείται, αλλά είναι και διασκεδαστική, αλλά τα ίδια αυτά ελαφρά υλικά μεταφερμένα στον γεωμετρημένο κάνναβο της εφημερίδας φαίνονται αυτόχρημα φτηνιάρικα, χτίζουν φανταχτερές προσόψεις σε λυόμενα σκυλάδικα.

    Οι άνθρωποι πάντα. Γράφοντες και αναγνώστες. Και το Ιντερνετ; Ναι, η πλανητική δικτύωση αφήνει πίσω της ερείπια και λείψανα, αλλά η ηθικοπολιτική απαξίωση του Τύπου είχε αρχίσει πολύ πριν αναδυθεί το Μπλογκ ως Δικαίωμα και ως Φενάκη. Μεθυσμένοι από την απέραντη εξουσία των μαζικών τους μέσων και από τις προσόδους της διαφήμισης, δημοσιογράφοι και εκδότες, στην προ-ιντερνετική εποχή, προέβησαν σε αλλεπάλληλες καταχρήσεις εξουσίας. Η ισηγορία, θεμέλιο της δημοκρατίας, περιφρονήθηκε, υποκαταστάθηκε από τα ολιγοπώλια των κατόχων των μέσων. To αυθάδικο, αφελές σφρίγος των μπλογκ, του twitter, των social networks, της λεγόμενης δημοσιογραφίας των πολιτών, υπό μία έννοια, είναι η εκδίκηση της γυφτιάς, η εκδίκηση των περιφρονημένων, των στερημένων από φωνή στον δημόσιο χώρο. Αφού οι εφημερίδες, τα όργανα του διαφωτισμού, τους έστρεψαν τα νώτα, οι άνθρωποι της μαζικής δημοκρατίας στράφηκαν σε άλλα μαζικά μέσα, με σαγηνευτικές δυνατότητες προσωποποίησης.

    Η κρίση του Τύπου άρα είναι και κρίση των δημοσιογράφων. Δεν είναι όλοι ίδιοι, ας το ξαναπούμε· μα η φθορά αφορά το σύνολο, η οικονομική δυσπραγία πλήττει αδιακρίτως όλους. Ισως βιώνουμε μια παρατεταμένη, επώδυνη αλλαγή Παραδείγματος: στο πώς αναπαριστάνουμε τον κόσμο, πώς τον αφηγούμαστε, πώς τον εξηγούμε· πώς αφηγούμαστε έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτερα απ’ όσο μπορούμε να παρακολουθήσουμε. Αλλά, διάβολε, αυτή είναι η δουλειά των δημοσιογράφων: Να βρίσκονται εκεί, την ώρα που συμβαίνει και να αφηγούνται την αλλαγή. Οχι να τη μακιγιάρουν, να την αποκρύπτουν, να τη μισολένε με χειραγωγούμενα κόπι-πέιστ. Θυμόμαστε πώς γίνεται;

    

     

    Διάλογοι για την κρίση στα ΜΜΕ

    • Υπεύθυνος: ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΙΑΦΑΚΑΣ
    • Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 5 Ιουλίου 2009

    Υπάρχει απάντηση στην κρίση που διέρχονται τα ΜΜΕ, και κυρίως οι εφημερίδες. Οι αρθρογράφοι που παρεμβαίνουν σήμερα στους «Διαλόγους» θεωρούν πως το παιχνίδι είναι ακόμη ανοιχτό και καταγράφουν, καθένας από τη σκοπιά του, τα αίτια της κρίσης.

    **Ο Νίκος Λέανδρος κάνει λόγο για κρίση μακροχρόνια και διαρθρωτική που κατά κύριο λόγο είναι κρίση αξιοπιστίας των εφημερίδων σε συνδυασμό με την αδυναμία τους να προσαρμοστούν στις ραγδαίες τεχνολογικές και κοινωνικές αλλαγές. Η λύση βρίσκεται, κατά τη γνώμη του, στην αναβάθμιση του περιεχομένου τους.

    **Ο Δημήτρης Χαραλάμπης επισημαίνει ότι η ανάπτυξη του Διαδικτύου απειλεί την ίδια την υπόσταση του τύπου αλλά και το ρόλο των ηλεκτρονικών ΜΜΕ.

    Αναπτύσσει τις ελληνικές παραμέτρους που διαμόρφωσαν τις συνθήκες κρίσης και επικεντρώνει στην κομματικοκρατικιστική λογική που υπήρξε κυρίαρχη και τις επικοινωνιακές πολιτικές που επικράτησαν ελλείψει πολιτικής.

    **Ο Paco Audije της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων σημειώνει ότι η συνήθης εξήγηση για τη μείωση των αναγνωστών των εφημερίδων σε σχέση με την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών δεν είναι επαρκής. Κάνει λόγο για χειροτέρευση των δημοκρατικών πεποιθήσεων και συνηθειών, για μια κοινωνία που χάνει μέρος της ικανότητάς της να εξετάζει και να αναλύει. Αναφερόμενος στην ταχύτητα μετάδοσης μιας είδησης από το Διαδίκτυο, σημειώνει ότι δεν μπορεί να είναι ισάξια με την εργασία ενός έμπειρου δημοσιογράφου και μιας εξειδικευμένης συντακτικής ομάδας.

    Είναι και ζήτημα δημοκρατίας

    Πρόκειται για πλήγμα κατά του πλουραλισμού και περιφρόνηση της νομιμότητας. Αυτό ήταν το συμπέρασμά μας μόλις μάθαμε την απόφαση που πήραν, χωρίς καμία προειδοποίηση, ο Θεόδωρος και η Γιάννα Αγγελοπούλου.

    Δυστυχώς, η αλληλουχία των γεγονότων που προηγήθηκαν του κλεισίματος των μέσων που ανήκουν στον όμιλο του «Ελεύθερου Τύπου» έχει ξανασυμβεί και σε άλλες χώρες. Λέγεται πως το κοινό στοιχείο σε όλες τις υποθέσεις είναι ο αντίκτυπος της οικονομικής κρίσης.

    Ωστόσο, η κρίση των μέσων, της οποίας γινόμαστε μάρτυρες στην Ευρώπη, προετοιμαζόταν εδώ και χρόνια και είναι προγενέστερη της πρόσφατης ύφεσης.

    *Συνήθως, οι ιδιοκτήτες των μέσων χρησιμοποιούσαν το επιχείρημα της μείωσης των εσόδων, ιδίως από τη διαφήμιση, όπως επίσης και το μειούμενο αριθμό των αναγνωστών ή ακροατών και τηλεθεατών στα οπτικοακουστικά μέσα.

    Η πτώση αυτή γίνεται η μαγική εξήγηση μαζί με τον αντίκτυπο των «νέων μέσων και τεχνολογιών». Ομως υπάρχουν και άλλες οπτικές γωνίες που εξηγούν τη φθορά των μέσων, ο οποίες μάλιστα μπορεί και να είναι μεγαλύτερης σημασίας.

    *Καταρχάς, έπρεπε να μιλήσουμε για τη χειροτέρευση των δημοκρατικών πεποιθήσεων και συνηθειών. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση είχαμε και παλαιότερα παραδείγματα υπερβολών στη συγκέντρωση των μίντια (για παράδειγμα η περίπτωση Μέρντοχ στη Βρετανία). Πρόκειται για πλήγμα κατά του πλουραλισμού. Το ίδιο φαινόμενο χειροτέρεψε εξαιτίας της σύνδεσής του με την πολιτική εξουσία (όπως, στην Ιταλία με τον Μπερλουσκόνι).

    Τέλος, έχουμε την κατάχρηση της εξουσίας και τις προσωπικές σχέσεις του Σαρκοζί με τους μεγαλοϊδιοκτήτες των μέσων. Αν γυρνούσαμε πίσω, θα βρίσκαμε παρόμοια παραδείγματα, θα παρατηρούσαμε, όμως, ορισμένες διαφορές.

    Μερικά από αυτά τα παραδείγματα σχετίζονται με τη γενική αντίληψη του ρόλου του τύπου στο δημοκρατικό βίο. Παρατηρούμε πλέον τη χειροτέρευση των υλικών συνθηκών για τους υπαλλήλους των μέσων. Οταν οι επισφαλείς συνθήκες διογκώνονται στη δημοσιογραφική δουλειά, η ποιότητα της δημοσιογραφίας φθίνει.

    Είναι λιγότερο πιθανό να αντισταθούν οι δημοσιογράφοι στις εξωτερικές πιέσεις. Η ποιοτική δημοσιογραφία εξασθενίζει μέσα στην πολλαπλότητα των ψυχαγωγικών ειδήσεων. Και δεν πρόκειται για κάτι που έγινε ξαφνικά. Είναι και ιδεολογική επιλογή εκείνων που κατέχουν τα μέσα εκτός από καθαρά «οικονομική».

    *Η κοινωνία χάνει μέρος της ικανότητάς της να εξετάζει και να αναλύει.

    Πολλοί άνθρωποι καταλήγουν να συγχέουν τους παρουσιαστές των βραδινών σόου με τα πρόσωπα των ειδικών απεσταλμένων στο Ιράκ. Αλλά πέρα από αυτήν τη σύγχυση, είναι δεδομένο ότι οι παρουσιαστές έχουν καλύτερα συμβόλαια και πληρώνονται πολύ καλύτερα. Οι απεσταλμένοι, το πιο πιθανό, είναι συνεργάτες που ρισκάρουν υπερβολικά, χωρίς καμία ασφάλεια ενώ είναι και πιο «αναλώσιμοι» για τους ιδιοκτήτες.

    *Προκειμένου να αλλάξουμε τη στάση των ιδιοκτητών, οφείλουμε να τους αναγκάσουμε να δουν την πραγματική πορεία των γεγονότων. Το μεγαλύτερο μέρος των δημοσιογράφων στις μέρες μας εργάζονται εξουθενωμένοι από τις πολλαπλές υποχρεώσεις ενώ πληρώνονται ελάχιστα, με συνέπεια την ποιοτική φθορά των ειδήσεων, η οποία αποδυναμώνει, με τη σειρά της, το κύρος των παραδοσιακών μέσων. Αυτός είναι και ο λόγος που ο αναγνώστης προσανατολίζεται ολοένα και πιο πολύ στα νέα μέσα, μόλις αντιληφθεί ότι ο υπεύθυνος των μέσων ενημέρωσης ενεργεί χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά. Το κύρος είναι κι αυτό ένα εμπορικό προϊόν, το οποίο χάνεται όταν δεν υπάρχει πια η ανάλυση.

    *Τα νέα μέσα είναι γρηγορότερα, το ίδιο και οι πιθανότητες επιμόλυνσής τους.

    Οι ιδιοκτήτες των παραδοσιακών μέσων θέλουν να τρέξουν εξίσου γρήγορα και μας πιέζουν αφόρητα. Ενας στιγμιαίος τίτλος που προέρχεται από το Διαδίκτυο, μπορεί να έφτασε μέσω κινητού τηλεφώνου, αλλά δεν μπορεί να είναι ισάξιος με την εργασία ενός έμπειρου δημοσιογράφου και μιας εξειδικευμένης συντακτικής ομάδας μέσα σε μια αίθουσα σύνταξης.

    Από τη στιγμή που αρκετοί δημοσιογράφοι απελάθηκαν από την Τεχεράνη, δεν έχουμε πια την ίδια ικανότητα επαλήθευσης των γεγονότων της ιρανικής εσωτερικής σύγκρουσης.

    *Μέσω του διαδικτυακού συνδέσμου http://www.ifj.org/en/articles/monitoring-change-in-journalism-news, μπορούμε να παρακολουθήσουμε τον αντίκτυπο της κρίσης στο δημοσιογραφικό κόσμο:

    -Στις 26 Ιουνίου μάθαμε το πλήγμα που υπέστησαν οι έλληνες συνάδελφοί μας και την απώλεια 450 θέσεων εργασίας.

    -Και διαβάζοντας λίγο παρακάτω στην ίδια ιστοσελίδα μαθαίνουμε για τις συνθήκες εργασίας των νέων δημοσιογράφων διαδικτυακών μέσων στη Γερμανία.

    -Σε άλλες χώρες, ακόμα και τα πλέον έγκυρα διεθνή μέσα πληρώνουν μισθούς ελάχιστα μεγαλύτερους από τον κατώτατο υποχρεωτικό βασικό μισθό.

    *Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματικός δημοκρατικός βίος δίχως πλουραλισμό και κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν, εάν οι δημοσιογράφοι δεν αμείβονται όπως πρέπει. Αποτελούν το καύσιμο στη μηχανή της δημοκρατίας. Ισως ακόμα και οι ιδιοκτήτες των μέσων μπορούν να το καταλάβουν με μια μικρή βοήθεια από τη δημοσιογραφική κοινότητα. Η Ελλάδα εφηύρε την έννοια της δημοκρατίας, την οποία μόνον οι πραγματικοί πολίτες απολάμβαναν.

    *Η μοντέρνα δημοκρατία αναπτύχθηκε μέσω της ελευθερίας του τύπου, η οποία βρίσκεται σε ισορροπία μόνο εάν δεν παίρνονται βιαστικές αποφάσεις και εάν ο νόμος εφαρμόζεται.

    Οι ιδιοκτήτες του «Ε.Τ.», του «Τύπου της Κυριακής» και του City 99,5 έπρεπε να το γνωρίζουν αυτό. Γιατί στις μοντέρνες κοινωνίες η αποθέωση της ταχύτητας μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ.

    Η απάντηση στα προβλήματα των μέσων ενημέρωσης δεν μπορεί να έρθει με το αιφνιδιαστικό κλείσιμό τους.

    * Ο PACO AUDIJE είναι αναπληρωτής γενικός γραμματέας της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων.

    Φούσκα επικοινωνιακής πολιτικής

    Είναι πλέον κοινότοπο να επισημάνει κανείς ότι η κρίση των ΜΜΕ είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο.

    Το Διαδίκτυο και όλες οι με αυτό συνδεδεμένες μορφές παρέμβασης στον άπειρο αλλά κατακερματισμένο χωροχρόνο της διαδικτυακής δημοσιότητας περιθωριοποιούν το ρόλο και απειλούν την ίδια την υπόσταση του τύπου, όπως τουλάχιστον τον ξέραμε, αλλά και το ρόλο των ηλεκτρονικών ΜΜΕ στο επίπεδο της ψυχαγωγίας, αλλά και της πληροφόρησης.

    Σε τρεις κυρίως εκφάνσεις των επιπτώσεων επικεντρώνεται σήμερα η κατάσταση: α) στην προσπάθεια συνύφανσης των νέων και των παραδοσιακών πηγών πληροφόρησης (το παράδειγμα της πληροφόρησης για το Ιράν είναι χαρακτηριστικό), β) στην επικράτηση μιας κουλτούρας αυτοεξευτελισμού, η οποία κυριαρχεί πλέον στην ψυχαγωγία, ως μέθοδος συγκράτησης της τηλεθέασης, είτε υπό τη μορφή ενός συνεχούς πάμφθηνου και μαζικού casting (αναζήτηση ταλέντων, μοντέλων, σούπερ σταρ (!), -ακόμα και casting για πρωθυπουργό υπάρχει), είτε υπό τη μορφή ηδονοβλεπτικής δημοσιοποίησης του ιδιωτικού μέσω των reality shows, όπου συνήθως συνυπάρχουν και τα δύο και γ) στη συρρίκνωση των πηγών χρηματοδότησης κυρίως του σοβαρού -και γι’ αυτό ακριβού- τύπου, ως επίπτωση της οικονομικής κρίσης και της επακόλουθης ουσιαστικής αποχής των τραπεζών από τη δανειοδότηση του συγκεκριμένου επιχειρηματικού τομέα.

    Στην Ελλάδα, όπου ο κρατικός παρεμβατισμός είναι κυρίαρχος και σαφώς υπαγόμενος σε μία κομματικοκρατικιστική λογική της υποκατάστασης του εντολέα από τον εντολοδόχο, οι πολιτικές επιλογές αποτέλεσαν οργανικό στοιχείο της κρίσης των Μέσων Ενημέρωσης. Τρία είναι κυρίως τα σημεία στα οποία αναγνωρίζουμε τις ειδικές αυτές συνθήκες:

    1 Η απώλεια του κυβερνητικού μονοπωλίου στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ με την απελευθέρωση των συχνοτήτων δημιουργεί κρίσεις πανικού στις κομματικές ηγεσίες. Οι αρχικά σπασμωδικές αντιδράσεις εμπλουτίζονται με στρατηγικές διαμόρφωσης νέων δικτύων επιρροής και συναλλαγής σε συνδυασμό με δρακόντειες νομικές ρυθμίσεις, οι οποίες, ως ανεφάρμοστες και αντίθετες προς την πραγματικότητα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των ΜΜΕ, δημιουργούν συνθήκες πολιτικής επίλυσης του αδιεξόδου.

    Η αδειοδότηση καθίσταται αδύνατη και η νομιμοποίηση της λειτουργίας -μέσω διατάξεων νόμου- αναπαράγει την εξάρτηση των ΜΜΕ από την κυβερνητική βούληση. Κατάσταση η οποία στην πορεία, λόγω της αλληλεξάρτησης που δημιουργεί η «επικοινωνιακή πολιτική», παύει να υπηρετεί την εκβιαστική της στοχοθεσία και μεταλλάσσεται στην απόλυτη αποδοχή των όρων που θέτουν τα κανάλια (ενδεικτικός είναι ο ισχύων νόμος για τη συγκέντρωση και αδειοδότηση).

    -Η μοναδική για δημοκρατικό Σύνταγμα διάταξη που ορίζει ότι τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ βρίσκονται υπό τον «άμεσο έλεγχο του κράτους» -νοούμενα ως δημόσια υπηρεσία κατά παραχώρηση (όπως π.χ. η αποκομιδή των απορριμμάτων)- απλώς δίνει το γενικότερο περίγραμμα της κομματικοκρατικιστικής λογικής για τη δημοσιότητα.

    -Η σχετικοποίηση της διάταξης μέσω της συνταγματικής ανάθεσης του ελέγχου στο ΕΣΡ αναιρείται στην πράξη λόγω της αποφυγής ανάθεσης στο ΕΣΡ ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων, που αποτελούν την πεμπτουσία των Ανεξάρτητων Αρχών στις δημοκρατικές κοινωνίες.

    -Η διατήρηση ουσιαστικά ανύπαρκτων εφημερίδων μέσω της κρατικής διαφήμισης συμπληρώνει την εικόνα.

    2 Από το 2000 εμφανίζεται μια νέα ποιότητα στην πολιτική δημοσιότητα. Οι έννοιες «διαπλοκή» και «επικοινωνιακή πολιτική» αποτελούν την πεμπτουσία αυτής της νέας ποιότητας, της οποίας η επιβολή εστιάζεται στον τρόπο με τον οποίο η Ν.Δ. αναδεικνύεται κυρίαρχη στο -κομματικό τοπίο.

    Η έλλειψη οποιουδήποτε αναπτυξιακού μοντέλου και οποιασδήποτε πολιτικής στρατηγικής πέρα της απόκτησης και διατήρησης της κυβερνητικής εξουσίας, καλύπτεται από τον ηθικολογικό λόγο περί πολέμου κατά της «διαπλοκής» και η πολιτική υποκαθίσταται από την «επικοινωνιακή πολιτική».

    Ο επικοινωνιακός λόγος οργανώνει μία εικονική πραγματικότητα στο πλαίσιο της σκηνοθεσίας μιας υποτιθέμενης αποφασιστικής μάχης κατά της διαπλοκής, η οποία καθόρισε και τα πρώτα τέσσερα χρόνια της νεοδημοκρατικής διακυβέρνησης. Μέχρις ότου, δηλαδή, η πραγματικότητα της κυβερνητικής αποτυχίας και ανικανότητας εξερράγη τη στιγμή της γενικότερης οικονομικής κρίσης, που αποκάλυψε το τίποτα της πρόσφατης κυβερνητικής πενταετίας.

    Τα πάντα είχαν γίνει επικοινωνιακή πολιτική, ελλείψει πολιτικής, και ο πόλεμος κατά της διαπλοκής με όπλο τους νόμους για το «βασικό μέτοχο» κέρδισε την υποστήριξη του κόσμου -αφού επιβλήθηκε ως κυρίαρχος- και επιβλήθηκε στον ίδιο το λόγο της αντιπολίτευσης.

    Η διαπλοκή ενώ εννοιολογικά αφορά τη διαπλοκή μεταξύ οικονομικών συμφερόντων και πολιτικής εξουσίας, και γι’ αυτό έγινε ως έννοια αποδεκτή, στην πράξη οι σχετικοί νόμοι φωτογράφιζαν ως διαπλοκή τη σχέση των οικονομικών συμφερόντων μεταξύ τους αφήνοντας άθικτη την πολιτική εξουσία.

    Η λέξη-κλειδί της -έμμεσης- πολιτικής εμπλοκής ήταν η «αθέμιτη επιρροή», η οποία δεν σημαίνει τίποτα: η θυματοποίηση του πολιτικού προσωπικού προ του ύπουλου ιδιώτη-«νταβατζή» (Μπαϊρακτάρης). Ο υποτιθέμενος αυτός πόλεμος κάλυψε την τετραετή απραξία, αλλά και το όργιο διαφθοράς, από τα ομόλογα και τα καρτέλ, μέχρι το Βατοπέδι και τη Siemens.

    Συγχρόνως η ηθικολογική επικοινωνιακή πολιτική δημιούργησε τους τηλε-εισαγγελείς κυνηγούς της διαφθοράς και ανέδειξε τα ΜΜΕ ως τα βασικά όργανα της επικοινωνιακής πολιτικής και της αναπαραγωγής της εικονικής πραγματικότητας με όρους ενημερωδιασκέδασης. Ετσι οδηγηθήκαμε σε ανυποληψία των μέσων και του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Η αντίδραση σ’ αυτήν την πορεία ήρθε ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης της κυβερνητικής επικοινωνιακής πολιτικής (θυμίζει λίγο την «αφύπνιση» των αμερικανικών μέσων μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης Μπους). Ομως, έχει χαθεί το κεφάλαιο αξιοπιστίας τη στιγμή που οι εναλλακτικές πηγές πληροφόρησης, έστω και χωρίς λογοδοσία, αρχίζουν να καθιερώνονται, ενώ η κρίση ρευστότητας επιδεινώνει την κατάσταση.

    3 Υπό όρους επικοινωνιακής πολιτικής, η κατοχή μέσων θεωρήθηκε η βασιλική οδός της απόκτησης της αναγκαίας επιρροής για την επίτευξη πολιτικών στόχων. Υπό αυτούς τους όρους η σύγχυση του εικονικού με το πραγματικό οδήγησε και στην παραγνώριση του γεγονότος, ότι και στο πεδίο των μέσων ισχύουν οι όροι της πραγματικής οικονομίας.

    Μία εφημερίδα π.χ. για να πετύχει, και ως εκ τούτου να επηρεάσει, πρέπει να πετύχει ως επιχείρηση. Μόνον αν είναι κερδοφόρα, ή τουλάχιστον βιώσιμη, σημαίνει ότι έχει πραγματική παρουσία. Διαφορετικά, η κρίση ρευστότητας οριοθετεί και το πείραμα.

    Η φούσκα του χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά και της εικονικής πραγματικότητας που παρήγαγε η επικοινωνιακή πολιτική δεν άντεξαν τις αντιφάσεις της πραγματικής οικονομίας και της πραγματικής κοινωνίας.

    * Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης.

    Ο τύπος στην εποχή του Ιντερνετ

    Εδώ και 20 χρόνια οι ημερήσιες εφημερίδες γενικού περιεχομένου που εκδίδονται στην Αθήνα αντιμετωπίζουν μια σταδιακή, αν και με κάποιες διακυμάνσεις, κάμψη της κυκλοφορίας τους.

    Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ενωσης Ιδιοκτητών (ΕΙΗΕΑ), η μέση ημερήσια κυκλοφορία τους μειώθηκε από το υψηλό σημείο των 1,1 εκατ. φύλλων το 1989, σε 604 χιλιάδες φύλλα το 1995, 430 χιλιάδες φύλλα το 2005 και 352 χιλιάδες φύλλα το 2008.

    Είναι προφανές ότι η κρίση έχει μακροχρόνιο και διαρθρωτικό χαρακτήρα. Κατά κύριο λόγο πρόκειται για κρίση αξιοπιστίας των εφημερίδων σε συνδυασμό με την αδυναμία τους να αντιληφθούν έγκαιρα τις ραγδαίες τεχνολογικές και κοινωνικές αλλαγές και να υιοθετήσουν ανάλογες στρατηγικές προσαρμογής.

    *Σήμερα τα προβλήματα αποκτούν εκρηκτικές διαστάσεις -τόσο στον τύπο όσο και στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα- καθώς προστίθενται οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης, η μείωση της διαφημιστικής δαπάνης, η σταδιακή μετατόπισή της προς το Διαδίκτυο και η αλλαγή των πληροφοριακών απαιτήσεων και των επικοινωνιακών συνηθειών των πολιτών, ιδιαίτερα της νέας γενιάς, οι οποίοι αξιοποιούν τις δυνατότητες που προσφέρει το Web 2.0. Το τελευταίο στοιχείο έχει, βέβαια, τη μεγαλύτερη σημασία, δεδομένου ότι οι επιδράσεις του Διαδικτύου θα ενταθούν κατά τα επόμενα χρόνια.

    *Ουσιαστικά οι εφημερίδες καλούνται σήμερα να αναμορφώσουν εκ βάθρων τη στρατηγική και τον τρόπο λειτουργίας τους. Η δικτύωση και η ψηφιοποίηση δημιουργούν ταχύτατα μια νέα πραγματικότητα στο χώρο των μέσων και μπορούμε να μιλήσουμε για αλλαγή επικοινωνιακού παραδείγματος. Το πρότυπο της μαζικής επικοινωνίας βρίσκεται σε κρίση, καθώς τα νέα κανάλια διανομής και ιδίως το Διαδίκτυο προσφέρουν πολλές ευκαιρίες αμφίδρομης επικοινωνίας όπως και τη δυνατότητα δημιουργίας περιεχομένου από τους ίδιους τους χρήστες, ενώ καθιστούν σχετικά εύκολη υπόθεση τη μετάδοσή του σ’ ένα ευρύτερο κοινό.

    Εάν στην εποχή της μαζικής επικοινωνίας η ροή της πληροφόρησης προερχόταν από τους επαγγελματίες των μέσων προς το κοινό, σήμερα οι πολίτες μπορούν εύκολα να δημιουργήσουν περιεχόμενο με τη μορφή κειμένου, ηχητικών αρχείων ή βίντεο. Με άλλα λόγια, όσοι έχουν πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες της επικοινωνίας μπορούν εν δυνάμει να λειτουργήσουν και ως «εκδότες» ή «δημοσιογράφοι». Καλοί ή κακοί. Πάντως οι ίδιοι.

    *Οι νέες γενιές πρωτοστατούν στην «επανάσταση των χρηστών» καθώς χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο κατά κύριο λόγο για να δημιουργήσουν περιεχόμενο και να επικοινωνήσουν.

    Επιπλέον, διαθέτουν νέες επικοινωνιακές συνήθειες και δεξιότητες, που διαφοροποιούν τους νέους από τις μεγαλύτερες ηλικιακές κατηγορίες. Σύμβολα της αυξημένης δύναμης των χρηστών είναι τα ιστολογία, το YouTube και η Wikipedia, ενώ η ραγδαία διάδοση νέων πρακτικών όπως οι ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης και η άμεση ανταλλαγή μηνυμάτων επηρεάζουν σημαντικά τις εξελίξεις.

    *Ωστόσο, η αγορά του τύπου δεν είναι ομοιογενής και ως εκ τούτου οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και της μετάβασης στο νέο επικοινωνιακό παράδειγμα είναι αρκετά διαφορετικές. Τα μεγαλύτερα προβλήματα εντοπίζονται στις παραδοσιακές εφημερίδες γενικού περιεχομένου πανελλαδικής κυκλοφορίας. Ο εξειδικευμένος τύπος, όπως για παράδειγμα ο οικονομικός, βρίσκεται σε καλύτερη μοίρα και μπορεί ευκολότερα να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που προσφέρει το Διαδίκτυο.

    *Επίσης, αρκετές επαρχιακές εφημερίδες διαθέτουν σημαντική αναγνωσιμότητα και ισχυρούς δεσμούς με την τοπική κοινωνία. Ασφαλώς δεν λείπουν και εδώ τα προβλήματα, καθώς υπάρχουν και πολλές περιπτώσεις τοπικών μέσων που εξυπηρετούν ιδιοτελή συμφέροντα, δεν απασχολούν επαγγελματίες δημοσιογράφους σε μόνιμη βάση και αντιμετωπίζουν προβλήματα βιωσιμότητας γεγονός που τα καθιστά ευάλωτα σε ποικίλα συμφέροντα.

    Ομως η ανοδική πορεία του τοπικού τύπου τα τελευταία χρόνια έχει οδηγήσει στην ανάδειξη ενός πυρήνα σύγχρονων και δυναμικών εφημερίδων που παράγουν περιεχόμενο με αξιόλογα ποιοτικά στοιχεία, προσαρμοσμένο στις τοπικές ανάγκες. Το Διαδίκτυο και η ψηφιοποίηση του περιεχομένου προσφέρουν περαιτέρω δυνατότητες ενίσχυσης του ρόλου τους.

    *Ανοδική πορεία εμφανίζουν, τέλος, και οι εφημερίδες που διανέμονται δωρεάν και αυτό αποτελεί σημαντικό στοιχείο των εξελίξεων στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

    *Η «πληροφοριακή καταιγίδα» με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπος ο σύγχρονος άνθρωπος και το άφθονο δωρεάν περιεχόμενο που κυκλοφορεί στον Ιστό δεν αναιρούν την αναγκαιότητα της δημοσιογραφίας. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει: Περισσότερο παρά ποτέ χρειαζόμαστε έγκυρες φωνές που θα διερευνήσουν την αξιοπιστία της είδησης και των πηγών, θα προσφέρουν πρόσθετες πληροφορίες και αποδεικτικό υλικό, θα συζητήσουν τις αιτίες και τις επιπτώσεις των γεγονότων.

    *Οι στρατηγικές που ακολουθήθηκαν μέχρι σήμερα για την αντιμετώπιση της κρίσης, κυρίως προσπάθειες μείωσης του κόστους παραγωγής και προσέλκυσης αναγνωστών με δώρα και προσφορές, είχαν μόνο πρόσκαιρα αποτελέσματα και επιδείνωσαν τα προβλήματα σε βάθος χρόνου. Στόχος πρέπει να είναι η αναβάθμιση του περιεχομένου των εφημερίδων και η αποκατάσταση της αξιοπιστίας τους.

    *Εύκολος τρόπος για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο δεν υπάρχει. Χρειάζονται σοβαρές πρωτοβουλίες που μεταξύ άλλων θα επιδιώκουν: την ενίσχυση της εσωτερικής και εξωτερικής πολυμέρειας των μέσων, τη βελτίωση της δημοσιογραφικής εκπαίδευσης, το σεβασμό του κώδικα δεοντολογίας και την αντιμετώπιση των πολλών αρνητικών φαινομένων που απαξιώνουν το δημοσιογραφικό επάγγελμα. Η κρίση, αλλά κυρίως η αναδιάρθρωση του ευρύτερου επικοινωνιακού πεδίου υποχρεώνουν τους εμπλεκόμενους φορείς και τους κοινωνικούς εταίρους να ξαναδούν αυτά τα ζητήματα με μεγαλύτερη σοβαρότητα και κριτικό πνεύμα.

    * Ο ΝΙΚΟΣ ΛΕΑΝΔΡΟΣ είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

     

    Η κυβέρνηση φοβάται την κρίση στον Τύπο

    Κορυφαίοι υπουργοί συνομιλούν με επιχειρηματίες αναζητώντας λύση σωτηρίας για τον «Ελεύθερο Τύπο»

    ▅ Στο Μέγαρο Μαξίμου ανησυχούν ότι στις επικείμενες εκλογές θα βρουν απέναντί τους και τους δημοσιογράφους μετά το ντόμινο των περικοπών

    Παρασκηνιακές επαφές με επιχειρηματίες που δείχνουν διατεθειμένοι να δραστηριοποιηθούν σε επιχειρήσεις Τύπου πραγματοποιεί αυτή την περίοδο η κυβέρνηση, προκειμένου να βρεθεί νέος εκδότης για την εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος». Η διακοπή λειτουργίας της εφημερίδας μετά τις ευρωεκλογές προκαλεί ήδη ένα «ντόμινο» περικοπών σε σχεδόν όλα τα ΜΜΕ, και η κυβέρνηση ανησυχεί ιδιαίτερα για το φαινόμενο που αναπτύσσεται σε έναν κλάδο το ίδιο ευαίσθητο με τον χρηματοπιστωτικό ή εκείνον των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, τους οποίους η ίδια αναγκάστηκε να στηρίξει οικονομικά δαπανώντας τεράστια ποσά.

    Στην προσπάθεια υπέρβασης της κρίσης στον Τύπο έχουν εμπλακεί, τις δύο τελευταίες εβδομάδες, και κορυφαίοι υπουργοί οι οποίοι συνομιλούν με επιχειρηματίες για να διαπιστώσουν αν μπορεί να υπάρξει ένα σχέδιο σωτηρίας της εφημερίδας που κάποτε αποτελούσε τη «ναυαρχίδα της παράταξης».

    «Αν δεν μπορέσουμε να διαχειριστούμε τη κατάσταση, τότε θα στρέψουμε εναντίον μας έναν ιδιαίτεραδυναμικό τομέα που έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα των προσεχών εκλογών» παρατηρούν βουλευτές της ΝΔ, εκφράζοντας την ανησυχία τους και για τις απολύσεις στον ηλεκτρονικό Τύπο, διαπιστώνοντας ότι η ενημέρωση που παρέχεται από την πλειονότητα των τηλεοπτικών καναλιών αρχίζει και εμφανίζει στρεβλώσεις, με τις επιπτώσεις να βαραίνουν αποκλειστικά την κυβέρνηση.

    Ακόμη και στην εποχή της παντοδυναμίας του κ. Θ. Ρουσόπουλου , η κυβέρνηση δεν είχε ποτέ αποτελεσματικούς διαύλους επικοινωνίας με τα μέσα ενημέρωσης και έδειχνε πάντοτε να αιφνιδιάζεται από τις εξελίξεις και τις αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς τους. Το πιο εντυπωσιακό είναι πως η κυβέρνηση έδειχνε αδυναμία συνεννόησης με τον αποκαλούμενο «παραταξιακό Τύπο», δηλαδή με τις εφημερίδες που υποτίθεται ότι στήριζαν τη ΝΔ.

    Το Μέγαρο Μαξίμου αιφνιδιάστηκε απολύτως όταν η κυρία Γιάννα Αγγελοπούλου αγόρασε τον «Ελεύθερο Τύπο» και αιφνιδιάστηκε το ίδιο όταν πληροφορήθηκε τη διακοπή της λειτουργίας του πριν από τρεις εβδομάδες. Αυτό που απασχολεί τώρα τον κ. Κ. Καραμανλή είναι τι στάση θα κρατήσουν τα ΜΜΕ στις εθνικές εκλογές, οι οποίες όπως όλα δείχνουν δεν θα αργήσουν, με τον κλάδο να μαστίζεται από πρωτοφανή κρίση.

    «Συνηθίσαμε να έχουμε απέναντί μας τους εκδότες, αλλά τώρα θα έχουμε απέναντί μας και τους δημοσιογράφους» παρατηρούν κορυφαία κυβερνητικά στελέχη, υποστηρίζοντας ότι η ΝΔ θα αντιμετωπίσει από το φθινόπωρο το πιο εχθρικό κλίμα που γνώρισε ποτέ από τον Τύπο.

    Για τον λόγο αυτόν έχει ήδη αρχίσει να επεξεργάζεται κάποια σχέδια ενίσχυσης των επιχειρήσεων Τύπου, τα οποία όμως προσκρούουν στην αδυναμία εξεύρεσης πόρων χρηματοδότησης, αλλά και στις επιφυλάξεις που εκφράζουν ορισμένοι συνεργάτες του Πρωθυπουργού, επισημαίνοντας ότι «τα ΜΜΕ δεν πιάνονται φίλοι».

    Το πρώτο μέλημα της κυβέρνησης προς το παρόν είναι να βρεθεί επενδυτής που θα δεχθεί να αναλάβει την επανέκδοση του «Ελεύθερου Τύπου», απορροφώντας ένα τμήμα των εργαζομένων, αποδεχόμενος επίσης να στηρίζει στο εξής την κυβέρνηση. Προς το παρόν, πάντως, οι προσπάθειές της δεν έχουν καρποφορήσει, καθώς δύσκολα θα βρεθεί επιχειρηματίας που θα δεχθεί να αναλάβει ένα τόσο μεγάλο ρίσκο, αφού είναι γνωστό πως οι επιχειρήσεις Τύπου δεν αφήνουν κέρδη. Αλλά ακόμη και αν βρεθεί κάποιος, είναι σχεδόν αδύνατον να δεχθεί να ακολουθήσει «γραμμή υποστήριξης» προς την κυβέρνηση, καθώς έχει επίσης αποδειχθεί ότι τα συμπολιτευόμενα φύλλα είναι και τα λιγότερο εμπορικά.

    Οπως πληροφορείται «Το Βήμα», στελέχη του Μεγάρου Μαξίμου βρίσκονται σε διαρκή επαφή με μέλη του Ιδρύματος Βουδούρη, στο οποίο επιστράφηκαν οι τίτλοι ιδιοκτησίας από την οικογένεια Αγγελοπούλου, αλλά και με εκπροσώπους των εργαζομένων στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» και στον ραδιοσταθμό City 99,5, συζητώντας σενάρια και σχέδια επαναλειτουργίας, χωρίς ωστόσο μέχρι στιγμής να έχουν δημιουργηθεί αισιόδοξες προοπτικές.

    Ταυτόχρονα η κυβέρνηση διαπιστώνει ότι η υπόθεση του «Ελεύθερου Τύπου» όχι μόνο δεν ανέστειλε σχέδια άλλων επιχειρήσεων Τύπου για περικοπές, αλλά αντιθέτως τις υποδαύλισε, με αποτέλεσμα να έχουν αρχίσει περικοπές προσωπικού και προγράμματα εθελουσίας εξόδου σε αρκετά άλλα ΜΜΕ, τα οποία οι συναρμόδιοι υπουργοί παρακολουθούν αμήχανοι.

    • Β. ΧΙΩΤΗΣ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 5 Ιουλίου 2009
     

    Στη σκακιέρα τα μπλοκ της Ν.Δ. για τον «Ελεύθερο Τύπο»

    Ενώ οι εργαζόμενοι στον «Ελεύθερο Τύπο» και στον City βρίσκονται σε διαρκή γενική συνέλευση για να βρουν τρόπο να διατηρήσουν «εν ζωή» τα δύο μέσα και να διασώσουν τις θέσεις εργασίας τους, στο παρασκήνιο  εξυφαίνεται ένα γαϊτανάκι διαβουλεύσεων και περισσότερο διαγκωνισμών, ανάμεσα σε μπλοκ συμφερόντων της κυβερνητικής παράταξης που θέλουν να πλασαριστούν ώστε να πάρουν τον έλεγχο της εφημερίδας και να προωθήσουν τις γραμμές τους. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ένας υπόγειος πόλεμος χαρακωμάτων έχει ήδη ξεκινήσει μεταξύ καραμανλικού και μητσοτακικού στρατοπέδου, εντός της Ν.Δ., για τον έλεγχο της εφημερίδας, όταν επανεκδοθεί. Η σύγκρουση φαίνεται εξαιρετικά κρίσιμη, δεδομένου και του θέματος διαδοχής που άνοιξε πριν από λίγο διάστημα εντός της Ν.Δ. και το οποίο μπορεί να επανέλθει στο ορατό μέλλον.

    Η διαμάχη εντός της δεξιάς παράταξης έχει ως προμετωπίδες δύο μεγάλους επιχειρηματίες:

    Τον εφοπλιστή Βαγγέλη Μαρινάκη, ο οποίος είναι συνεταίρος του Γ. Αλαφούζου στον ΣΚΑΪ και κατέχει το 25% της τηλεόρασης και του ραδιοφωνικού σταθμού. Ο Β. Μαρινάκης θεωρείται ότι πρόσκειται στο στρατόπεδο της Ντόρας εντός της Ν.Δ. και προ ημερών είχε εμφανιστεί ανοικτός να συζητήσει για την εφημερίδα, αλλά αυτό πρέπει να γίνει «με σοβαρότητα» είχε πει στο ραδιόφωνο του ALPHA.

    Δεύτερος υποψήφιος, ο οποίος κατατάσσεται στο στρατόπεδο των «καραμανλικών», φέρεται ο επιχειρηματίας Λαυρέντης Λαυρεντιάδης, ο οποίος το τελευταίο διάστημα έχει κάνει επιθετική εξαγορά πολλών ΜΜΕ: Κατέχει ήδη το 12% της εισηγμένης «Πήγασος» του Γ. Μπόμπολα («Έθνος», «Ημερησία», συμμετοχή στο MEGA κ.ά.), το 70% της «City Press» του free press του Γ. Κύρτσου, τον ραδιοφωνικό σταθμό Flash 96, την εφημερίδα «Espresso», και τις εφημερίδες «Athens News» και «Σφήνα», καθώς και το περιοδικό «Free» κ.ά. περιοδικά.

    Εν τω μεταξύ, οι εργαζόμενοι του «Ελεύθερου Τύπου» και του City συνεχίζουν να δίνουν παρουσία στο κτίριο του Blue Land Center, καθώς οι ίδιοι θεωρούν τους εαυτούς τους ακόμα εργαζόμενους. Σε δύο γενικές συνελεύσεις εξέλεξαν τις 5μελείς επιτροπές που θα τους εκπροσωπήσουν κατά τη διαδικασία της «εκκαθάρισης», σύμφωνα με τον νόμο, ενώ οι συναντήσεις με τον εκπρόσωπο της ιδιοκτησίας αναμένονται από Δευτέρα. Από τον «Ε.Τ.» εξελέγησαν η εκπρόσωπος των δημοσιογράφων Ματίνα Παπαχριστούδη και οι δημοσιογράφοι Πάνος Αμυράς (οικονομικό ρεπορτάζ) και Νάσος Χατζησάκος (εργατικό), ο τεχνικός Χρήστος Αμαραντίδης και ο διοικητικός Άρης Γκέρτσος. Από το ραδιόφωνο εξελέγησαν ο δημοσιογράφος Αιμίλιος Περδικάρης, οι τεχνικοί Τρύφων Αγαπίου και Χρήστος Μυλωνάς και οι διοικητικοί Φούλα Βαρδάκη και Βάσω Χατζηκώστα.

    Εν τω μεταξύ οι εργαζόμενοι επεξεργάζονται και άλλου είδους δράσεις, προκειμένου να ευαισθητοποιήσουν το κοινό, αλλά και να πιέσουν την κυβέρνηση να δώσει λύση. Την ερχόμενη τρίτη ή Τετάρτη, όπως έχει συμφωνηθεί, σύμφωνα με πληροφορίες, η «Ελευθεροτυπία» θα κυκλοφορήσει με ένθετο 8σέλιδο των συντακτών του «Ελεύθερου Τύπου». Ανάλογη διαθεσιμότητα έχει κατατεθεί και από την «Αυγή». Στο ίδιο μήκος κινούνται και άλλες εφημερίδες, όπως το «Θέμα», η «Real News» και ο «Ριζοσπάστης». Την Τετάρτη, ημέρα που θα συζητηθεί η κρίση του Τύπου και ειδικά το «λουκέτο» στο συγκρότημα Αγγελοπούλου στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, οι εργαζόμενοι οργανώνουν συγκέντρωση διαμαρτυρίας στη Βουλή, από κοινού με άλλους εργαζόμενους «υπό εκκαθάριση», όπως αυτοί του ραδιοφώνου του Δήμου Άνω Λιοσίων «Ξένιος», της εφημερίδας «Εξπρές» και όλων όσοι ενδιαφέρονται να δηλώσουν συμπαράσταση στα αιτήματά τους.

    • ΑΓΓΕΛΑ ΝΤΑΡΖΑΝΟΥ, Η ΑΥΓΗ: 27/06/2009