RSS

Category Archives: Μέρντοχ Ρούπερτ

iPad εναντίον web

Διαφορετική εμπειρία η ανάγνωση εφημερίδας στο iPad

  • Ο Ρίτσαρντ Μπράνσον και ο Ρούπερτ Μέρντοχ είναι επιχειρηματίες που κατέχουν ένα ασυνήθιστο και αξιοθαύμαστο ρεκόρ. Αυτό του να αγνοούν την συμβατική σοφία. Για τον λόγο αυτό, αξίζει να τους παρακολουθούμε όταν, μάλιστα, και οι δυο κάνουν την ίδια στιγμή το ίδιο πράγμα.

 

Στην προκειμένη περίπτωση , και οι δύο επιχειρηματίες προχωρούν στο λανσάρισμα εκδόσεων, που θα είναι συμβατές μόνο με το iPad, τηςApple. Ο σερ Ρίτσαρντ Μπράνσον, μόλις την προηγούμενη εβδομάδα έφθασε στη Νέα Υόρκη με σκοπό να αποκαλύψει το λανσάρισμα μιας μηνιαίας έκδοσης, ενός ηλεκτρονικού περιοδικού που θα κοστίζει 2,99 δολάρια και θα ονομάζεται «Project». Την ίδια στιγμή ο κ. Μέρντοχ πρόκειται να λανσάρει μια ηλεκτρονική εφημερίδα που θα ονομάζεται «TheDaily» για την οποία και πιστεύει ότι 800.000 άνθρωποι θα μπορούσαν να πληρώσουν ένα δολάριο την εβδομάδα.

Όπως βλέπουμε και οι δυο επιχειρηματίες σκοπεύουν να χρεώνουν τους αναγνώστες τους, τη στιγμή που οι περισσότερες ιντερνετικές εκδόσεις είναι δωρεάν.

Το γεγονός ότι ο κ. Μέρντοχ θα διαχωρίσει την νέα του καθημερινή έκδοση από το ανοικτό web, όπως συνηθίζει να αποκαλείται το ιντερνετικό περιβάλλον, με το να το διαθέτει μόνο για το iPad, έχει προκαλέσει σκεπτικισμό αλλά και εχθρότητα στους κύκλους των ψηφιακών μέσων.

Όπως αναφέρει ο κ. Μάθιου Ινγκραμ στο τεχνολογικό blog GigaOm, ο Μέρντοχ εξακολουθεί να μάχεται το Internet, το οποίο εξακολουθεί να κερδίζει.

Η περίπτωση αυτή αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερου διαλόγου. Από τη μια πλευρά βρίσκονται οι επιχειρήσεις, οι οποίες χρησιμοποιούντο Διαδίκτυο ως ένα ανέξοδο τρόπο να κερδίσουν μερίδια και στη συνέχεια να τα μετατρέψουν σε κέρδη. Από την άλλη πλευρά υπάρχει ο αντίλογος. Μια πτυχή του αντίλογου αυτού την έχει εκφράσει ο Τιμ Μπέρνερς-Λη, ο βρετανός επιστήμονας που εφηύρε τον Παγκόσμιο Ιστό (World Wide Web). Ο κ, Μπέρνερς-Λη παραπονέθηκεστο Scientific American σχετικά με την συσσώρευση προσωπικών δεδομένων που γίνεται από το Facebook αλλά και για τους ενοχλητικούς εκδοτικούς οίκους που επιθυμούν να δημιουργήσουν «κλειστούς κόσμους».

Ακόμη και αν αφήσουμε κατά μέρος τα σύγχρονα επιχειρηματικά μοντέλα είναι δύσκολο να κατηγορήσουμε τις πρακτικές των επιχειρήσεων. Και αυτό γιατίμόλις δυο δεκαετίες αφ’ ότου οΤιμ Μπέρνερς Λη δημιούργησε αυτό το πρωτοπόρο μέσον, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι είναι αρκετά φτωχό για να ανταποκριθεί στις ανάγκες των εκδοτών, ειδικά όσων ασχολούνται με ειδησεογραφία και παράγουν πληροφορία. Ετσι, το παιχνίδι, πλέον έχει ξεφύγει πλέον από το θέμα της ισορροπίας μεταξύ του παραδοσιακού τρόπου έκδοσης και όσων ξεκινάνε ηλεκτρονικές εκδόσεις, καθώς έχει δώσει ένα σημαντικό πλεονέκτημα, αυτό των παροχέων πληροφοριών χαμηλού κόστους.

Αυτό δεν ήταν τόσο ξεκάθαρο πριν κυκλοφορήσει το iPad και οι άλλες ταμπλέτες. Όμως, σήμερα το συναντά κανείς όταν συγκρίνει την εμπειρεία ανάγνωσης μιας έκδοσης με σημαντική ποσότητα περιεχομένου σε ένα desktop και ένα tablet.

Ενας συνηθισμένος browser σε έναν υπολογιστή είναι καλός για σερφάρισμα μεταξύ πολλών και διαφορετικών πηγών, αλλά φτωχός για να σε κάνει να βυθιστείς σε μια ηλεκτρονική εφημερίδα.

Στο βιβλίο του The Shallows, ο συγγραφέας θεμάτων τεχνολογίας Νίκολας Καρ αναφέρεται στον πολύ γρήγορο τρόπο του Internetνα μπορεί να συλλέγει αλλά και να διανέμει πληροφορίες. Το σημείο της αντιπαράθεσης όμως του τρόπου αυτού είναι κατά πόσον ο χρήστης συνηθίζει να παίρνει την πληροφορία με τον ίδιο τρόπο που το Δίκτυο την μοιράζει, δηλαδή σε ένα ταχέως κνούμενο ρεύμα από μικρά κομάτια πληροφορίας.

Εννοείται ότι το Internet έχει μεγάλα πλεονεκτήματα σε ότι αφορά τη διακίνηση μεγάλου όγκου πληροφοριών. Ετσι μέσω Internet, ανά πάσα στιγμή, οποιοσδήποτε έχει διαθέσιμες πολύ περισσότερες πληροφορίες από την κλασσική εφημερίδα ή τις τηλεοπτικές ειδήσεις.

Η ιδέα του κάποιος να έχει πρόσβαση στα 250.000 και πλέον διπλωματικά έγγραφα των ΗΠΑ , τα οποία σύντομα θα γίνουν προσβάσιμα από το WikiLeaks θα ήταν ασύλληπτη πριν από δυο δεκαετίες.

Μόνο που σήμερα δεν υπάρχει ένα ουδέτερο μέσον. Όπως οι εφημερίδες , το ραδιόφωνο και η τηλεόραση χρησιμοποιούν διαφορετικές μεθόδους για να παρουσιάζουν τις ειδήσεις και τις πληροφορίες, με διαφορετικό βαθμό εμβάθυνσης, το Διαδίκτυο ευνοεί κάποιες μορφές παρουσίασης περιεχομένου έναντι άλλων. Ο πολύς κόσμος έχει την τάση να βλέπει επιφανειακά τις αρχικές σελίδεςτων διαφόρων ενημερωτικών sites από ότι να μπάινει βαθιά μέσα στην ύλη. Όχι γιατί δεν το θέλει αλλά γιατί όλοι τα προγράμματα περιήγησης (browsers) είναι σχεδιασμένα να λειτουργούν με αυτή τη φιλοσοφία.

Εάν προσπαθήσει κάποιος να «σκάψει» βαθιά μέσα σε μια webέκδοση, οι σελίδες συχνά αργούν να φορτώσουν, ενώ είναι δύσκολο να βρεί ο χρήστης του Internetτον δρόμο του πίσωπρος την αρχική σελίδακαι μερικές φορές δεν ξέρει , ακόμη, σε ποιο σημείο του siteβρίσκεται.

Όπως , μάλιστα, αναφέρει και ο τζων Ρόουζ, συνεργάτης της Boston Consulting Group, «ο παγκόσμιος ιστός είναι μια εμπειρεία που τείνει στο άπειρο. Ποτέ δεν έχεις την αίσθηση που ολοκληρώνεται».

Η αίσθηση αυτή, κάνει τους χρήστες να προτιμούν τη «ρηχή» ανάγνωση (σε τεχνικό επίπεδο και όχι αξιολόγησης) των sites τα οποία είναι φορτωμένα με πολύ υλικό και συνδέσμους (links).

Από την άλλη πλευρά το iPad με τις εφαρμογές του που καταλαμβάνουνολόκληρη την οθόνη και μπορεί να περιέχουν ένα παιχνίδι ή μια πηγή πληροφοριών, έρχεται να αλλάξει την συγκεκριμένη αυτή νοοτροπία. Και αυτό γιατί, όταν κάποιος επιθυμεί να έχει πρόσβαση σε ενημερωτικά sites, τότε ολόκληρη η ύλη της έκδοσης «κατεβαίνει» μονομιάς .

Ο σχεδιασμός αυτός επιτρέπει στον χρήστη να «πλοηγηθεί» ευκολότερα, σε βάθος και να ξέρει, ανά πάσα στιγμή, που βρίσκεται.

Τόσο στο iPadαλλά και σε άλλες «ταμπλέτες» μια σωστά «στημένη», σε βάθος, έκδοση έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να ανταγωνισθεί με πλεονέκτημα με την εξατομικευμένη , ροή πληροφορίας του ανοικτού «παγκόσμιου ιστού». Για τον λόγο αυτό, κυρίως, ο σερ Ρίτσαρντ Μπράνσον και ο κ. Μέρντοχ έχουν «ποντάρει» σε tablet, το οποίο έχει το πλεονέκτημα του βάθους.

Δεν είναι μόνο, όμως, αυτό αρκετό, καθώς πολλοί χρήστες του Διαδικτύου είναι ικανοποιημένοι όταν βρίσκονται στον κόσμο της δωρεάν διακινούμενης πληροφόρησης και το προτιμούν. «Εάν νομίζετε ότι η εποχή που ο εκδότης αποφάσιζε τι θα διαβάσετε σήμερα έχει περάσει ανεπιστρεπτή , τότε να περιμένετε να καταρρεύσουν και αυτές οι εφαρμογές, αναφέρει ο κ. Μπένεντικτ Εβανς της Enders Analysis.

Πάντως, οι περισσότεροι αναλυτές πιστεύουν ότι οι δυο αυτές μορφές θα εξακολουθήσουν να συνυπάρχουν καθώς νέες μορφές μέσων έχουν συνυπάρξει με παλαιότερες στο παρελθόν. Αλλωστε πολλοί προτιμούν να ξοδέυουν περί τα 45 λεπτά για να διαβάσουν ένα περιοδικό στο iPad παρά να μπαίνουν και να διαβάζουν το site του περιοδικού.

Εάν, λοιπόν, οι κ.κ. Μπράνσον και Μέρντοχ θέλουννα προσφέρουν προϊόντα βασισμένα επάνω σε ένα νέο μέσον, θα πρέπει να τους αφήσουν να το πράξουν. Αλλωστε δεν έχουν κάποια δεσπόζουσα θέση στην ψηφιακή διανομή της πληροφορίας. Ακόμη και το iPad, από μόνο του διαθέτει browser, ο οποίος θα βρεθεί πολλές φορές απέναντι από τις εξιδικευμένες εκδοτικές εφαρμογές.

Αν και ακόμη δεν μπορεί κανείς να πεί αν θα πετύχουν ή όχι, θα πρέπει κάποιος να βρει ένα τρόπο ώστε τόσο οι χρήστες όσο και οι διαφημιστές να πληρώνουν για αυτή το πλήρες ψηφιακό περιεχόμενο το οποίο θα διατίθεται, όπως εκδίδεται, στο iPad.

Θα ανταγωνίζονται με τον browser και όχι με το Internet.Δεν υπάρχει, άλλωστε, κάτι κακό σε αυτό.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=85&artid=373818&dt=20/12/2010#ixzz18lfPPs5B

 

Ρούπερτ Μέρντοχ: Στρέφει την Wall Street Journal κατά των New York Times

  • Δαπανηρή επένδυση

Την κυριαρχία των New York Times ετοιμάζεται να «χτυπήσει» ο Αυστραλός εκδότης Ρόυπερτ Μέρντοχ ο οποίος ετοιμάζει την έκδοση ενθέτου για την Νέα Υόρκη από τις σελίδες της Wall Street Journal. Το 12σέλιδο ένθετο για τη Μείζονα Νέα Υόρκη θα περιλαμβάνει ειδήσεις για την πολιτική, την οικονομία, τις τέχνες και τα γράμματα όπως και τον πολιτισμό, «όλα όσα κάνουν τη νέα Υόρκη σπουδαία» δήλωσε χαρακτηριστικά ο μεγιστάνας των ΜΜΕ.

Μάλιστα σκοπεύει να επενδύσει 35 εκατομμύρια δολάρια στο ένθετο, σε περίοδο ισχνών αγελάδων για τον κλάδο των εφημερίδων. Πληροφορίες αναφέρουν ακόμη ότι θα δελεάσει την αγορά με μεγάλες εκπτώσεις στα διαφημιστικά πακέτα. Όπως σημειώνει ο Guardian, ο Μέρντοχ έχει από νεαρή ηλικία την επιθυμία να ξεπεράσει τους New York Times, την «γκρίζα κυρία» της αμερικανικής δημοσιογραφίας και φυσικά το έντυπο με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία στην πόλη και δεν κρύβει ότι το ένθετο εντάσσεται σε αυτόν τον στόχο.

Ενόψει της κυκλοφορίας του ενθέτου, οι δύο εφημερίδες άρχισαν έναν ιδιότυπα αγώνα δημοσιευμάτων και υπονοούμενων, συμπεριφορά αρκετά διαφορετική από το παρελθόν, όταν οι σχέσεις των δύο φύλλων ήταν αρκετά διακριτικές. Ο Ρούπερτ Μέρντοχ αγόρασε το 2007 τη Wall Street Journal για 5 δισεκατομμύρια δολάρια και έκτοτε προσπαθεί να μετατρέψει την κατά κύριο λόγο οικονομική εφημερίδα σε έντυπο με ευρύτερη κάλυψη της επικαιρότητας.

 

Ο Μέρντοκ θα εμποδίσει την αναπαραγωγή ύλης εφημερίδων του στο Διαδίκτυο

Ο μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης, Ρούπερτ Μέρντοκ, προτίθεται να εμποδίσει στο εξής τις μηχανές αναζήτησης του Διαδικτύου, π.χ. Google, Microsoft, να αναπαράγουν ολόκληρα τα άρθρα των εφημερίδων του δωρεάν. Μόλις τα ηλεκτρονικά σάιτ των εφημερίδων αυτών γίνουν συνδρομητικά, οι μηχανές αναζήτησης θα μπορούν να δείχνουν στο χρήστη δωρεάν μόνο τους τίτλους ή μερικές φράσεις των άρθρων.

Από εκεί και πέρα, είτε θα πρέπει να πληρώνουν για το δικαίωμα της αναδημοσίευσης, είτε να συνοδεύουν το άρθρο με μία φόρμα, μέσω της οποίας ο χρήστης θα μπορεί να γίνει συνδρομητής, εάν επιθυμεί να έχει πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενό τους. Ο κ. Μέρντοκ καταγγέλλει ότι οι μηχανές αναζήτησης έχουν γίνει πάμπλουτες από διαφημιστικά έσοδα, εκμεταλλευόμενες το περιεχόμενο των εφημερίδων: «Πιστεύω ότι αυτό πρέπει να σταματήσει. Οι εφημερίδες πρέπει να τις υποχρεώσουν να κάνουν τη δική τους δημοσιογραφία». Οσο για το επιχείρημα ότι οι χρήστες του Ιντερνετ, συνηθισμένοι στη δωρεάν παροχή ενημέρωσης, θα αρνηθούν να πληρώσουν, το απορρίπτει λέγοντας: «Οταν δεν θα έχουν πλέον πουθενά να πάνε, θα πληρώσουν». Εκτιμά, μάλιστα, ότι οι περισσότερες εφημερίδες στη Βρετανία θα αρχίσουν κάποια στιγμή να χρεώνουν για το σύνολο ή μέρος του περιεχομένου τους. Η εταιρεία News International, θυγατρική του ομίλου News Corp. του Ρούπερτ Μέρντοκ, ανακοίνωσε στα τέλη Μαρτίου ότι τα σάιτ της εφημερίδας «The Times» και της κυριακάτικης έκδοσής της «The Sunday Times» θα γίνουν από τον Ιούνιο συνδρομητικά. Σχολιάζοντας, τέλος, την κυκλοφορία του iPad, ο κ. Μέρντοκ είπε ότι οι ηλεκτρονικές ταμπλέτες αυτού του είδους ενδέχεται ν’ αποτελέσουν τη σωτηρία των εφημερίδων, απαλλάσσοντάς τες από το κόστος του χαρτιού, της εκτύπωσης και της διανομής.

  • ΛΗΔΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ (Πηγή: Γαλλικό Πρακτορείο), Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 8 Απριλίου 2010
 

Σε αναζήτηση εσόδων για τον Τύπο

  • Συμφωνία Μέρντοχ- Google για έλεγχο στην απεριόριστη πρόσβαση

Η χρηματοδότηση του περιεχομένου στο διαδίκτυο, ιδίως μάλιστα του επαγγελματικά οργανωμένου και κοστοβόρου περιεχομένου των on line εκδόσεων των εφημερίδων δεν έχει ακόμη καταφέρει να γίνει ανταποδοτικό, δηλαδή να ισορροπήσει τα κόστη παραγωγής με τα έσοδα. Διάφορα μοντέλα έχουν κατά καιρούς εφαρμοστεί διεθνώς, χωρίς ακόμα σπουδαία αποτελέσματα: (α) προσπάθεια αντιστάθμισης από διαφημιστικά έσοδα. Αν και το μερίδιο της on line διαφήμισης αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς, δεν είναι σε θέση ακόμα να χρηματοδοτήσει το ολοκληρωμένο, έγκυρο και επαγγελματικά οργανωμένο περιεχόμενο των εφημερίδων (β) συνδρομή για την πρόσβαση. Έχει εφαρμοστεί από πολλές εφημερίδες, με λίγους όμως συνδρομητές (γ) πληρωμή με το κομμάτι, ένα είδος “pay per view” (δ) χορηγίες για μεγάλες έρευνες ή μακρινές αποστολές. Ορισμένες εφημερίδες μάλιστα δεν δίστασαν να διακόψουν τις έντυπες εκδόσεις τους, και να εκδίδονται αποκλειστικά στο internet, εξοικονομώντας κόστη εκτύπωσης, χαρτιού και διανομής. Αυτή η στρατηγική έχει εξαγγελθεί στην Ελλάδα για το ημερήσιο Βήμα, το οποίο από φέτος τα Χριστούγεννα, είπαν, θα διακόψει την έντυπη έκδοση και θα εκδίδεται αποκλειστικά on line.

Μέχρι σήμερα, καμία στρατηγική δεν έχει στεφθεί με επιτυχία. Ωστόσο, οι εκδότες επιμένουν: Την περασμένη εβδομάδα ο μεγιστάνας των media Ρούπερτ Μέρντοχ έστρεφε τα βέλη του εναντίον των μηχανών αναζήτησης κατηγορώντας τις ότι εκμεταλλεύονται «τις σκληρές προσπάθειες και επενδύσεις των άλλων» την ίδια ώρα που ήρθε σε συμφωνία με τη Google έτσι ώστε να εμποδιστεί η απεριόριστη πρόσβαση στα ειδησεογραφικά websites των εφημερίδων του. Η συμφωνία προβλέπει τη θέσπιση ενός ορίου στον αριθμό των δωρεάν ειδήσεων που οι χρήστες του διαδικτύου θα μπορούν να διαβάζουν μέσω της Google: οι χρήστες που επιχειρούν πρόσβαση σε περισσότερες από πέντε ειδήσεις ημερησίως θα κατευθύνονται σε σελίδες συνδρομής για να πληρώσουν την επιπλέον πρόσβαση.

Λίγες μέρες νωρίτερα, στη Βρετανία ο Όμιλος Johnston Press ξεκίνησε να χρεώνει την πρόσβαση στις τρεις μεγάλες από τις 300 εφημερίδες που ελέγχει, με 5,5 ευρώ για ένα 3μηνο. Το «πείραμα» όπως το χαρακτηρίζει η διεύθυνση της εφημερίδας, προϋποθέτει την αναβάθμιση του ρεπορτάζ, διότι σε αντίθετη περίπτωση ο χρήστης θα στραφεί σε ιστοσελίδες που παρέχονται δωρεάν.

  • Νταρζάνου Α., Η ΑΥΓΗ: 06/12/2009

<!–

Σε αναζήτηση εσόδων για τον Τύπο

–>

 
Σχολιάστε

Posted by στο Δεκέμβριος 6, 2009 in Google, Διαδίκτυο, Μέρντοχ Ρούπερτ

 

«Εχει δίκιο ο Μέρντοχ σε ορισμένες περιπτώσεις»

  • ΠΙΕΤ ΜΠΑΚΕΡ: Καθηγητής δημοσιογραφίας στην Ουτρέχτη

«Παρ’ ότι η πλειονότητα (και όταν μιλάμε για το Ιντερνετ, η συντριπτική πλειονότητα) θεωρεί παλαβό τον Ρούπερτ Μέρντοχ με τα σχέδιά του για επί πληρωμή ανάγνωση των ηλεκτρονικών εκδόσεών του, πιστεύω ότι ο μεγιστάνας του τύπου τα έχει τα δίκια του σε ορισμένες περιπτώσεις.

Ο ίδιος λέει ότι η πρωτοβουλία του είναι θέμα αρχής, αλλά πιθανότατα αποτελεί προϊόν υπολογισμού.

»Ακόμη και η απόφασή του να ξεφορτωθεί το «Google» μπορεί να αποβεί επωφελής εφόσον κάποιοι άλλοι (για παράδειγμα η Microsoft) του προσφέρουν καλύτερες συμφωνίες. Το βασικό θέμα είναι ότι οι τιμές των διαφημιστικών καταχωρίσεων στο Ιντερνετ παραμένουν πολύ χαμηλές κυρίως γιατί τις κρατάει σε αυτά τα επίπεδα το «Google».

»Κι επειδή ο ανταγωνισμός είναι ανεξέλεγκτος, δεν προβλέπεται οι τιμές αυτές να ανεβούν στα προσεχή έτη – έστω και αν μας τελειώσει η οικονομική κρίση. Οπότε, ακόμη και μόλις το 5% των αναγνωστών αν μετακινηθεί σε μια ιστοσελίδα επί πληρωμή, αυτό το ταπεινό 5% μπορεί να αποφέρει περισσότερα έσοδα από το παλαιό 100% των διαφημίσεων. Από την άποψη αυτή γεννιέται κάτι ενδιαφέρον.

»Κάτι τέτοιο ισχύει ιδίως για την «ειδικού περιεχομένου» ειδησεογραφία και όχι για τα απλά νέα που μπορείς να τα βρεις παντού και τζάμπα. Αρα δεν μπορούν να γίνουν επί πληρωμή όλες οι ιστοσελίδες των εφημερίδων. Κι από την άλλη, αν πολλές εφημερίδες επιλέξουν την επί πληρωμή λύση, μπορεί οι υπόλοιπες να επωφεληθούν από τα διαφημιστικά κεφάλαια που θα μείνουν αδιάθετα. Δεν υπάρχει πάντως μία και μοναδική λύση που να βολεύει τους πάντες».

  • Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009
 

Αγωγή καταθέτει ο Ρούπερτ Μέρντοκ εναντίον του Σίλβιο Μπερλουσκόνι

ΡΩΜΗ. Αγωγή κατά του Ιταλού πρωθυπουργού Σίλβιο Μπερλουσκόνι και του ομίλου του Mediaset, ανακοίνωσε ότι καταθέτει ο Αυστραλός μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης Ρούπερτ Μέρντοκ, για αθέμιτο ανταγωνισμό. Πιο συγκεκριμένα εκπρόσωποι του ομίλου News Corp, του Μέρντοκ, και του τηλεοπτικού δικτύου Sky Italia, ο οποίος του ανήκει, ανακοίνωσαν ότι κατέθεσαν αγωγή σε δικαστήριο του Μιλάνου κατά των εταιρειών RTI και Publitalia, αμφότερες ιδιοκτησίας Μediaset, «για παράβαση των κανόνων για μονοπώλιο και αθέμιτο ανταγωνισμό». «Ο όμιλος News Corp. εκτιμά ότι οι εν λόγω εταιρείες παραβίασαν τους κανόνες περί ελεύθερου ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ενωσης, καθώς αρνήθηκαν στο δίκτυο Sky Italia να αγοράσει διαφημιστικό χρόνο στα τηλεοπτικά δίκτυα Canale 5, Italia 1, Rete 4 που ανήκουν στον Mediaset», αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση του ομίλου.

Η αγωγή είναι το πιο πρόσφατο επεισόδιο στη διαμάχη ανάμεσα στον Μπερλουσκόνι, ο οποίος ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος των μέσων ενημέρωσης στην Ιταλία, και τον Ρούπερτ Μέρντοκ, του οποίου το δίκτυο Sky Italia δεσπόζει στη συνδρομητική τηλεόραση της Ιταλίας με μερίδιο 90% της αγοράς και 4,8 εκατομμύρια συνδρομητές. Ο Mediaset κατέχει μερίδιο 5% και τον περασμένο Ιούλιο, ανακοίνωσε από κοινού με την κρατική τηλεόραση της Ιταλίας την RAI ότι εγκαινιάζει δωρεάν δορυφορική τηλεοπτική πλατφόρμα, γεγονός που θεωρήθηκε ως πρόκληση για τον όμιλο του Αυστραλού μεγιστάνα. Την ίδια περίοδο ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι ήδη φερόμενος ως αναμεμειγμένος σε ερωτικά σκάνδαλα είχε διαμαρτυρηθεί ότι είχε γίνει στόχος του Μέρντοκ, ο οποίος μεταξύ άλλων είναι ιδιοκτήτης και της βρετανικής εφημερίδας The Times του Λονδίνου, η οποία είχε επικρίνει τον Καβαλιέρε. Ο Μπερλουσκόνι είχε πει τότε ότι τα ξένα έντυπα που τον επικρίνουν ανήκουν σε κάποιον που αντιτίθεται στον όμιλο Μediaset.

  • Πτώση της δημοτικότητας

Η αναζωπύρωση της διένεξης με τον Μέρντοκ ήρθε να προστεθεί σε μια στιγμή που κάθε άλλο παρά ρόδινα είναι τα πράγματα για τον Ιταλό πρωθυπουργό. Σύμφωνα με δημοσκόπηση της κεντροαριστερών αποχρώσεων εφημερίδας La Repubblica η δημοτικότητα του «Καβαλιέρε» έχει πέσει στο 47%. Η εξήγηση γι’ αυτή την πτώση είναι ασφαλώς τα σκάνδαλα που αφορούν την προσωπική ζωή του Μπερλουσκόνι, για τα οποία γίνονται καθημερινά γνωστές και νέες λεπτομέρειες, οι συγκρούσεις εντός του κυβερνητικού συνασπισμού με τους κυβερνητικούς εταίρους, τον μετριοπαθή Τζανφράνκο Φίνι και τον σκληροπυρηνικό Ουμπέρτο Μπόσι, αλλά και η ψυχρότητα στις σχέσεις Μπερλουσκόνι και Καθολικής Εκκλησίας- πάλι με αφορμή τα ερωτικά σκάνδαλα του Ιταλού πρωθυπουργού. Ενδεικτικό για το πόσο έχει περιοριστεί η δημοτικότητα του Μπερλουσκόνι είναι το ότι τον περασμένο Οκτώβριο, δημοσκοπήσεις ανέβαζαν τα ποσοστά του στο 62% ενώ τον περασμένο Ιούλιο ήταν 50%. «Το εντυπωσιακό είναι ότι η ιταλική κυβέρνηση πληρώνει το τίμημα για τους τριγμούς στο εσωτερικό της και ότι ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί αυτές τις εντάσεις», σχολίασε η Repubblica. Υπενθυμίζεται ότι ο Τζανφράνκο Φίνι, κυριότερος σύμμαχος του Μπερλουσκόνι στον κυβερνητικό συνασπισμό, πρόεδρος της ιταλικής βουλής, πάλαι ποτέ νεοφασίστας, ο οποίος πραγματοποίησε μεγάλη στροφή και τώρα πλέον θεωρείται μετριοπαθής, κατηγόρησε τον «Καβαλιέρε» για έλλειψη δημοκρατίας. Από την άλλη πλευρά, ο κάθε άλλο παρά μετριοπαθής, Ουμπέρτο Μπόσι, ηγέτης της ξενοφοβικής Λέγκας του Βορρά, έτερος κυβερνητικός εταίρος επισείει την απειλή των πρόωρων εκλογών σε περίπτωση που γίνει δεκτή η πρόταση του Φίνι για ψήφο στους μετανάστες.

  • Σαπουνόπερα αλά ιταλικά

Πυρά όμως δέχεται ο Μπερλουσκόνι και για την τελετή παράδοσης των πρώτων σπιτιών στους σεισμοπαθείς του Αμπρούτζο, που επλήγησαν από τον σεισμό της 6ης Απριλίου. Η τελετή μεταδόθηκε ζωντανά από την κρατική και την ιδιωτική –δηλαδή μπερλουσκονική– τηλεόραση της Ιταλίας. «Σαπoυνόπερα αλά ιταλικά» έγραψε η βρετανική εφημερίδα Financial Times, και ανέφερε ότι το σεξ και τα πολιτικά σκάνδαλα απειλούν την κυβέρνηση Μπερλουσκόνι.

 

Η Σκότλαντ Γιαρντ βάζει στο μικροσκόπιό της τη «βρώμικη δημοσιογραφία»

  • Σκάνδαλο με υποκλοπές τηλεφωνημάτων

Παράνομα και αντιδεοντολογικά, μέσω χιλιάδων τηλεφωνικών υποκλοπών, έκαναν «ρεπορτάζ» κάποιοι σκανδαλοθήρες δημοσιογράφοι δύο εφημερίδων του Ρούπερτ Μέρντοκ (RΕUΤΕRS/FRΕD ΡRΟUSΕR)

ΛΟΝΔΙΝΟ. Ερευνα για μεγάλο σκάνδαλο τηλεφωνικών υποκλοπών που συνδέεται με «βρώμικη δημοσιογραφία» διέταξε ο διευθυντής της Σκότλαντ Γιαρντ Πολ Στίβενσον, μετά τις σχετικές αποκαλύψεις του «Guardian» που έχουν προκαλέσει σάλο στη Βρετανία. Δύο μεγάλες σκανδαλοθηρικές εφημερίδες ταμπλόιντ του μεγιστάνα των ΜΜΕ Ρούπερτ Μέρντοκ «ψάρευαν» επί χρόνια ειδήσεις, προσλαμβάνοντας ιδιωτικούς ντετέκτιβ οι οποίοι υπέκλεπταν χιλιάδες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ηθοποιών, μοντέλων, τραγουδιστών, πολιτικών, ποδοσφαιριστών κ.ά. Στόχος τους ήταν ο εντοπισμός σκανδάλων, ιδίως οικονομικών, αλλά και «ροζ» και ό,τι άλλο ήθελε προκύψει.

Η Νews Group Νewspapers- εταιρεία του κ. Μέρντοκ-, η οποία εκδίδει στη Βρετανία τις εφημερίδες «Τhe Sun» και «Νews of the World, φέρεται να εξαγόρασε τη σιωπή τριών θυμάτων των υποκλοπών για να αποφύγει τις διώξεις, καταβάλλοντάς τους πολύ μεγάλα ποσά, όπως γράφει ο «Guardian».

Από έρευνα που διενεργήθηκε για μια υπόθεση του 2007, προέκυψε ότι 31 ρεπόρτερ της «Sun» και των κυριακάτικων «Νews of the World» έχουν υποκλέψει προσωπικά δεδομένα μέσω των ντετέκτιβ οι οποίοι παγίδευαν τα τηλέφωνα προσωπικοτήτων.

Μεταξύ των θυμάτων που αναφέρει ο «Guardian» περιλαμβάνονται ο πρώην αντιπρόεδρος της βρετανικής κυβέρνησης Τζον Πρέσκοτ , ο δήμαρχος του Λονδίνου Μπόρις Τζόνσον, η πρώην υπουργός Πολιτισμού Τερέζα Τζόουελ, ακόμη και η ηθοποιός Γκουίνεθ Πάλτροου, ο ελληνοκυπριακής καταγωγής ποπ τραγουδιστής Τζορτζ Μάικλ, το μανεκέν Ελ Μακφέρσον , ο ατζέντης αστέρων Μαξ Κλίφορντ.

Συνολικά 2.000-3.000 άνθρωποι παρακολουθούνταν για μικρά ή μεγάλα χρονικά διαστήματα, αγνοώντας τη διαρροή προσωπικών δεδομένων τους, όπως οι τραπεζικοί λογαριασμοί, οι φορολογικές δηλώσεις, οι επαγγελματικές και οι προσωπικές τους επαφές και οτιδήποτε θα μπορούσε να προκαλέσει το ενδιαφέρον ενός σκανδαλοθηρικού εντύπου.

Το σκάνδαλο των υποκλοπών ξεκίνησε με την υπόθεση του Κλιβ Γκούντμαν, υπεύθυνου για το ρεπορτάζ ανακτόρων των «Νews of the World», ο οποίος φυλακίστηκε τον Ιανουάριο του 2007 επειδή παρακολουθούσε τηλέφωνα τριών ανθρώπων του Μπάκιγχαμ.

Ο τότε αρχισυντάκτης της εφημερίδας Αντι Γκούλσον και νυν διευθυντής του γραφείου Τύπου του ηγέτη των Τόρις Ντέιβιντ Κάμερον είχε πει ότι πρόκειται για «μεμονωμένη περίπτωση», πλην όμως ουδείς αμφιβάλλει ότι ήταν σε πλήρη γνώση των παράνομων μεθόδων που χρησιμοποιούσαν οι δημοσιογράφοι υφιστάμενοί του.

Στη δίκη του κ. Γκούντμαν, ο συγκατηγορούμενος ιδιωτικός ντετέκτιβ Γκλεν Μουλκέρ (ο οποίος επίσης φυλακίστηκε) αποκάλυψε ότι είχε παγιδέψει εκτός των τριών αυλικών και άλλα πέντε τηλέφωνα, μεταξύ των οποίων και αυτό του προέδρου της Ενωσης Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών Γκόρντον Τέιλορ , στον οποίο η εφημερίδα κατέβαλε 700.000 στερλίνες, υπό τον όρο ότι δεν θα δημοσιοποιηθούν οι λεπτομέρειες της υπόθεσης. Ως αργά χθες δεν υπήρχε επίσημη αντίδραση από τον όμιλο ΜΜΕ του κ. Μέρντοκ.