RSS

Category Archives: Ρόμπερτς Τζιμ

Τζιμ Ρόμπερτς: «Δεν θα γράψω τον επικήδειο της εφημερίδας»

Στις αρχές Μαΐου ο Τζιμ Ρόμπερτς βρέθηκε στην Αθήνα. Μίλησε σε συνέδριο που διοργάνωσε το Μegaron Ρlus με τίτλο «Η δημοσιογραφία στην εποχή του Διαδικτύου» και με τη συμμετοχή εκπροσώπων κορυφαίων εφημερίδων- όπως η βρετανική «Τhe Guardian» και η ισπανική «Εl Ρais». Στις πλάτες του διευθυντή της διαδικτυακής έκδοσης των «Νew Υork Τimes» πέφτει το κύριο βάρος για την προσπάθεια οικονομικής ανάκαμψης της ιστορικής εφημερίδας. Εργάζεται σε αυτήν από το 1987, αρχικά ως επιμελητής κειμένων για διεθνή και αθλητικά θέματα. Διετέλεσε αρχισυντάκτης του πολιτικού ρεπορτάζ και συντόνισε την κάλυψη των επεισοδιακών εκλογών του 2000 στις ΗΠΑ. Από εκεί πέρασε στην αρχισυνταξία των εξωτερικών θεμάτων και μετά το 2006 ανέλαβε διευθυντής της διαδικτυακής έκδοσης. Οι «Νew Υork Τimes» κατέγραψαν τα τελευταία χρόνια σημαντική κυκλοφοριακή πτώση, ενώ τους τελευταίους μήνες αντιμετωπίζουν την ανησυχητική υποχώρηση των διαφημιστικών εσόδων. Ο όμιλος που διαχειρίζεται την εφημερίδα προσδοκά πολλά από την ανάπτυξη της ιστοσελίδας για την έξοδο από την κρίση. Η τελευταία του κίνηση ήταν η ενσωμάτωση της ιστοσελίδας της «Ιnternational Ηerald Τribune» στην παγκόσμιας εμβέλειας εκδοχή (Global Εdition) της ιστοσελίδας των «ΝΥΤ».

  • Το μότο των «Νew Υork Τimes» είναι «Αll the news that΄s fit to print» («Ολα τα νέα που αρμόζει να δημοσιευθούν»). Ποιο θα μπορούσε να είναι το μότο της ηλεκτρονικής έκδοσης;

«Θα ήταν πολύ μεγαλύτερο, πολλές λέξεις. Π.χ., “Ολες οι ειδήσεις, και οι πληροφορίες, και η συμβολή των αναγνωστών, και οι ειδικοί εξωτερικοί συνεργάτες, και τα πολυμέσα, και τα βίντεο και οι φωτογραφίες που μπορούμε να προσφέρουμε στους χρήστες”. Το ιστορικό μότο διαφοροποιεί την ιστοσελίδα από την έντυπη έκδοση. Στην εφημερίδα πρέπει να διαλέξεις και να επεξεργαστείς προσεκτικά τις ειδήσεις. Στην ιστοσελίδα προσπαθώ να εφαρμόσω τις αρχές που καθοδηγούν τη διαδικασία φιλτραρίσματος στην έντυπη έκδοση για να υπάρχει μια αντιστοιχία. Ωστόσο δεν πρέπει η έντυπη έκδοση να “περνάει χειροπέδες” στην ηλεκτρονική. Θέλω να συνδέσω τους αναγνώστες όχι μόνο με περισσότερες πληροφορίες από αυτές που μπορεί να τους προσφέρει η εφημερίδα, αλλά και να τους παρέχω πρόσβαση σε υλικό που υπάρχει σε άλλες ιστοσελίδες. Να μας χρησιμοποιούν και σαν έναν κόμβο ο οποίος προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στο κοινό υποδεικνύοντας πράγματα που έχουν σχέση με τα ενδιαφέροντά του».

  • Πιστεύετε ότι κάποια στιγμή θα σταματήσουν να κυκλοφορούν καθημερινές εφημερίδες, θα αντικατασταθούν από τις ηλεκτρονικές, και θα υπάρχουν μόνο κυριακάτικες έντυπες εκδόσεις;

«Η έντυπη έκδοση των “Νew Υork Τimes” είναι, όπως ξέρετε, πολύ ακριβή. Το κόστος για το χαρτί, για τη λειτουργία των πιεστηρίων ή ακόμη και για τα καύσιμα που καίνε τα φορτηγά της διανομής, και βέβαια για όλους τους ανθρώπους που εργάζονται για όλα αυτά είναι τεράστιο. Τη στιγμή αυτή όμως έχουμε ακόμη ένα πολύ αφοσιωμένο αναγνωστικό κοινό που θέλει το τυπωμένο προϊόν. Εχουμε σχεδόν ένα εκατομμύριο συνδρομητές και πολλούς ακόμη που την αγοράζουν καθημερινά. Ισως και να υπάρχει κάποιο χρονικό όριο, αλλά εγώ προσωπικά δεν το βλέπω. Η έντυπη έκδοση της εφημερίδας έχει υγιές μέλλον. Η οικονομική κρίση πιστεύω ότι έχει κυκλικά χαρακτηριστικά. Θα υπάρξει ανάκαμψη και η διαφημιστική αγορά θα βελτιωθεί και αυτή. Επομένως, δεν είμαι έτοιμος να γράψω τον επικήδειο της ημερήσιας εφημερίδας».

  • Εχετε αναλογισθεί ότι o τρόπος που εσείς θα χειριστείτε την κρίση ίσως αποτελέσει παράδειγμα και για άλλες εφημερίδες με παρελθόν και ιστορία, εκτός ΗΠΑ;

«Αν πετύχουμε, μακάρι να λειτουργήσουμε ως μοντέλο. Αν αποτύχουμε, θα ευχόμουν να μην είμαστε εμείς το παράδειγμα για τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή στον κλάδο, τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι η χειρότερη κρίση μετά τη Μεγάλη Υφεση της δεκαετίας του 1930. Η ελεύθερη πτώση των διαφημιστικών εσόδων υπήρξε καταστρεπτική. Εν μέρει οφείλεται στην παγκόσμια ύφεση, εν μέρει στην αλλαγή της φύσης του επαγγέλματός μας. Η ιστοσελίδα για την οποία είμαι υπεύθυνος είναι το μέσο που διαθέτουμε για μια διαφορετική, πολύ ευρύτερη παρουσίαση των ειδήσεων. Αν δεν ερχόταν η ύφεση, πιστεύω ότι σήμερα θα ήμασταν πολύ καλά τοποθετημένοι για να αντιμετωπίσουμε τις αλλαγές. Η ύφεση κάνει το έργο μας πολύ πιο δύσκολο. Αυτή τη στιγμή πειραματιζόμαστε για να καταλάβουμε τι θέλει το κοινό από το νέο μέσο, είτε το αποκαλείς Διαδίκτυο είτε ηλεκτρονική δημοσιογραφία. Πρέπει να αντιληφθούμε τι ενδιαφέρει τους ανθρώπους, πώς το χρησιμοποιούν, αλλά και πώς να βγάλουμε λεφτά από αυτό, να δημιουργήσουμε έσοδα».

  • Πριν από δύο χρόνια καταργήσατε το «Τimes Select», την υπηρεσία με συνδρομή για τις στήλες ορισμένων αρθρογράφων, όπως ο Πολ Κρούγκμαν. Πώς φτάσατε σε αυτή την απόφαση;

«Τα πρώτα οκτώ χρόνια λειτουργίας της ιστοσελίδας μας τα πάντα ήταν δωρεάν. Θεωρήσαμε όμως ότι ήταν σημαντικό να αναπτύξουμε μια ροή εσόδων. Πιστεύαμε και πιστεύουμε ότι προσφέρουμε στο Διαδίκτυο ένα προϊόν με εγγενή αξία, και έτσι θελήσαμε να δούμε τι ποσό θα ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν οι άνθρωποι για αυτό, αλλά και πόσοι θα ήταν. Ετσι προέκυψε το “Τimes Select”. Ηταν ένα πείραμα. Περιελάμβανε κυρίως τους αρθρογράφους γνώμης, όπως ο Πολ Κρούγκμαν και η Μορίν Ντάουντ. Λειτούργησε περίπου επί δύο χρόνια και απέφερε σημαντικά έσοδα, αλλά θεωρήσαμε ότι υπήρχε ένα ταβάνι για την ανάπτυξή του. Οτι από ένα σημείο και μετά δεν μπορούσαμε πλέον να αυξήσουμε τον αριθμό των αναγνωστών μας και ότι τελικά η συνδρομή συμπίεζε προς τα κάτω το συνολικό αναγνωστικό μας κοινό, το οποίο στρεφόταν αλλού. Πριν από δύο χρόνια λάβαμε μια συνειδητή απόφαση. Το μοντέλο ανάπτυξης μέσω διαφημιστικών εσόδων επέβαλε να αυξήσουμε τον αριθμό των επισκέψεων, να “χτίσουμε” ένα μεγαλύτερο κοινό».

  • Είστε ευχαριστημένος από τα αποτελέσματα;

«Δεν είμαι ειδικός στα οικονομικά. Ωστόσο όσον αφορά τον στόχο για το χτίσιμο ενός μεγαλύτερου κοινού ήταν η σωστή απόφαση. Την εποχή του “Τimes Select” είχαμε περίπου 12 εκατομμύρια διαφορετικούς χρήστες (unique users) τον μήνα. Μετά την κατάργησή του, βρισκόμαστε σήμερα στα 20-21 εκατομμύρια διαφορετικούς χρήστες κάθε μήνα».

Αντίπαλος το Facebook, ελκυστική η Μπρίτνεϊ

  • Ποιους θεωρείτε βασικούς ανταγωνιστές σας; Τις ιστοσελίδες μεγάλων δικτύων, όπως το CΝΝ, τα λεγόμενα «φίλτρα» ειδήσεων, όπως το Ηuffington Ρost, ή τα ιστολόγια γνώμης, όπως π.χ. το Ρolitico;

«Είναι όλα ανταγωνιστές μας. Ανταγωνιζόμαστε με τη “Wall Street Journal”, τον “Guardian”, με το ΒΒC, αλλά και με το Ηuffington Ρost και το Ρolitico. Γιατί σήμερα προσφέρουν δημοσιογραφία υψηλού επιπέδου. Πρόκειται ασφαλώς για διαφορετικές περιπτώσεις. Δεν μπορώ να συγκρίνω το ΒΒC με το Ηuffington Ρost. Ωστόσο, παρ΄ ότι ορισμένοι το απορρίπτουν θεωρώντας ότι δεν έχει πάντοτε υψηλό επίπεδο, πιστεύω ότι αυτοί που το διαχειρίζονται το κάνουν πολύ έξυπνα. Εγώ το διαβάζω κάθε μέρα και θεωρώ ότι ανήκει στους ανταγωνιστές, όπως και το CΝΝ. Ωστόσο θα προσέθετα ότι με έναν τρόπο ανταγωνιζόμαστε και με το Facebook».

  • Δηλαδή;

«Για να αποσπάσουμε την προσοχή. Οταν εξετάζω το ανταγωνιστικό προς εμάς περιβάλλον στο Διαδίκτυο, δεν βλέπω μόνο όσους παρέχουν ειδήσεις, αλλά και όλους αυτούς που συγκεντρώνουν την προσοχή».

  • Στο Διαδίκτυο συγκεντρώνουν την προσοχή των χρηστών οι πάσης φύσεως πληροφορίες για τη ζωή των διασήμων. Εχουν θέση στην αρχική σελίδα των «Νew Υork Τimes»;

«Δεν θέλω οι αναγνώστες μας να αισθάνονται ότι πρέπει να πάνε αλλού για να βρουν ειδήσεις. Αν μια ιστορία για μια δημοσιότητα, π.χ. για την Μπρίτνεϊ Σπίαρς, περνάει ένα συγκεκριμένο κατώφλι ώστε να θεωρείται αξιόλογη είδηση, δεν θα ντραπώ να τη βάλω πρώτη είδηση στην ιστοσελίδα των “Νew Υork Τimes”. Κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή, αλλά θεωρώ ότι είναι επικίνδυνο να αγνοούμε τέτοιες ιστορίες. Δεν θα γίνουμε ποτέ κουτσομπολίστικη ιστοσελίδα, αλλά πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε ενήμεροι για αυτές αλλά και για το ποιες από αυτές τις ιστορίες συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον του κοινού. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο θάνατος της Ανν Νικόλ Σμιθ πριν από δύο χρόνια. Τη βάλαμε στην αρχική σελίδα. Ισως θυμάστε: απροσδόκητος θάνατος, μυστηριώδεις συνθήκεςγια μένα αυτός ήταν ο ορισμός της είδησης. Βέβαια αυτό δεν θα το δείτε ποτέ στην πρώτη σελίδα της έντυπης έκδοσης των “Νew Υork Τimes”».

  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΑΡΓΥΡΗ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗ | ΤΟ ΒΗΜΑ,  Σάββατο 23 Μαΐου 2009
 
 

Τζιμ Ρόμπερτς: Η κρίση μάς δίδαξε πώς να κάνουμε σωστά τη δουλειά μας


Τζιμ Ρόμπερτς, New York Times

Διευθυντής της διαδικτυακής έκδοσης των New York Times με 30 εκατομμύρια αναγνώστες, o πενηντάρης Τζιμ Ρόμπερτς εργάζεται από τις 6.30 το πρωί μέχρι και τις 11 το βράδυ. Αντιτάσσεται στους μπλόγκερ, πιστεύει ότι η σωτηρία θα έρθει από τις νέες τεχνολογίες και την πιο σφιχτή οικονομική διαχείριση, ενώ παραμένει ερωτευμένος με το επάγγελμα που διάλεξε στα νιάτα του: «H δημοσιογραφία είναι σαν να παρακολουθείς σε ιδιωτική προβολή μια ταινία, μια εξαιρετική περιπέτεια που δεν θες να τελειώσει: άνθρωποι, γεγονότα, πληροφορίες μπλέκονται στη μεγάλη οθόνη αλλά και στην ίδια σου τη ζωή. Βέβαια το τίμημα της «ταινίας» είναι πολύ ακριβό. Δουλεύουμε απίστευτες ώρες. Η γυναίκα μου είναι επίσης δημοσιογράφος και έτσι δείχνει σχετική κατανόηση. Για τα παιδιά μου έχω τύψεις, αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι. Κανονικά στην ηλικία μου, με την καριέρα που έχω πίσω μου, θα έπρεπε να είμαι σε καλύτερη μοίρα. Με τη σημερινή συγκυρία, όμως, αυτό είναι αδύνατον».

  • Πώς νομίζετε ότι θα ξεπεραστεί η κρίση;

– Η απάντηση είναι μία: με εξαιρετικής ποιότητας δημοσιογραφία. Το ότι κλείνουν οι εφημερίδες είναι θέμα που αφορά τους δημοσιογράφους. Δεν είναι όμως ζήτημα δημοσιογραφικής φύσης αλλά επιχειρηματικού μοντέλου. Η ύφεση προκαλεί γρηγορότερα δομικές αλλαγές στον Τύπο, που θα έρχονταν νομοτελειακά. Μόλις συνέλθει η οικονομία θα δείτε με τη σειρά τους να ανανήπτουν και οι επιχειρήσεις του Τύπου. Τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει να εφησυχάσουμε. Είμαστε σε μεταβατικό στάδιο, αναζητούμε τη λύση που θα μας δώσει μακροημέρευση. Η κρίση είχε μια θετική συνέπεια. Μας έκανε να εξετάσουμε εκ νέου τι πρέπει να προσφέρει μια εφημερίδα στο κοινό της, αλλά και να δούμε με ωμό ρεαλισμό πώς πρέπει να γίνεται η δουλειά μας σωστά. Οι ΝΥΤ λ.χ. απασχολούν 1.300 δημοσιογράφους, φωτογράφους κ.ά. Θα μπορούσαμε να βγάζουμε ένα καλό δημοσιογραφικό προϊόν με λιγότερους. Ετσι, λοιπόν, η πρώτη ερώτηση που κάνει μοιραία ο εργοδότης είναι εάν οι υπάλληλοί του είναι αποδοτικοί, αν αξιοποιούνται με τον σωστό τρόπο.

  • Συνεπώς η σωτηρία θα έρθει και από την αλλαγή του επιχειρηματικού μοντέλου;

– Ενα σύγχρονο και ευέλικτο business model είναι απαραίτητο για την επιβίωσή μας. Δεν πρέπει όμως σε καμιά περίπτωση να αλλοιώσει την παραδοσιακή αποστολή του Τύπου σε μια οργανωμένη κοινωνία. Το μέλλον είναι στις νέες τεχνολογίες. Δυστυχώς δεν έχουμε βρει ακόμα την κατάλληλη φόρμουλα για να γίνουν πραγματικά επικερδείς οι ψηφιακοί τόποι των εφημερίδων. Μια λύση είναι να υπάρχει δωρεάν πρόσβαση στη γενική ειδησεογραφία και όποιος θέλει να μπει στις αναλύσεις και τις απόψεις, να πληρώνει.

  • Τι συμβουλεύετε τις ελληνικές εφημερίδες;

– Εχω εντυπωσιαστεί από το πόσες εφημερίδες κυκλοφορούν εδώ. Στη Νέα Υόρκη έχουμε τέσσερις και εσείς έχετε δεκαοκτώ. Υποψιάζομαι, βέβαια, ότι καθεμιά έχει το δικό της μερίδιο στην αγορά. Νομίζω ότι στο μέλλον θα μείνουν λιγότερες που να απορροφούν το αναγνωστικό κοινό και θα προσφέρουν καλύτερο προϊόν.

  • Με ποια κριτήρια παρουσιάζετε τις ειδήσεις στον δικτυακό τόπο των ΝΥΤ;

– Είναι πολύ δύσκολο δυστυχώς να δείξουμε εξ αρχής τον πλούτο των ειδήσεων και των ρεπορτάζ που διαθέτουμε. Η αρχική σελίδα πρέπει να έχει ισορροπία, ανάμεσα στην ειδησεογραφία αλλά και σε ρεπορτάζ αποκλειστικότητας. Οι ιστοσελίδες μιας εφημερίδας έχουν άλλον έναν περιορισμό. Οταν φυλλομετράς ένα έντυπο θα κοντοσταθείς σε θέματα που θα σου τραβήξουν την προσοχή. Στο Ιντερνετ όμως δεν υπάρχει πάντα αυτή η περιήγηση.

  • Ποια είναι τα προσόντα ενός καλού δημοσιογράφου στη διαδικτυακή εποχή του Τύπου;

– Δεν νομίζω ότι έχουν αλλάξει τα ζητούμενα. Ο καλός δημοσιογράφος είναι αυτός που φτάνει πρώτος στην είδηση και μπορεί να την προσεγγίσει με ουσιαστικό τρόπο. Βέβαια, συχνά κάνουμε καταμερισμό εργασίας. Η προεκλογική καμπάνια στις ΗΠΑ «έτρεχε» για 24 ώρες επί 18 μήνες. Πολλές φορές άλλος κάλυπτε τις εμφανίσεις των υποψηφίων και άλλος έκανε ανάλυση των λόγων. Το καλύτερο, βέβαια, είναι ο ίδιος δημοσιογράφος να δίνει πρώτος την είδηση στην ιστοσελίδα της εφημερίδας και αργότερα να είναι σε θέση να συντάξει ένα άρθρο με βάθος στην έντυπη έκδοση. Η είδηση στο Ιντερνετ δεν είναι στατική, γράφεται και ξαναγράφεται συνεχώς. Είναι το νέο είδος δημοσιογραφίας: η δυνατότητα να κρατάς συνεχώς την επαφή σου με ό,τι συμβαίνει γύρω σου.

  • Εχουν αλλάξει οι όροι του επαγγέλματος; Οι μπλόγκερ κάνουν τη δική τους «δημοσιογραφία».

– Με το χάος των πληροφοριών που κυκλώνει τον σύγχρονο άνθρωπο, θα πρέπει να στρέφεται στην εξαιρετικής ποιότητας δημοσιογραφία για να καταλάβει τι συμβαίνει γύρω του. Πρέπει να αντιληφθούν οι αναγνώστες των μπλογκ ότι δεν διαβάζουν έγκυρο ρεπορτάζ, αλλά περιπλανώνται στο εσωτερικό τοπίο του μυαλού του μπλόγκερ. Δηλαδή, επαφίενται για την ενημέρωσή τους σε κάποιον που δεν ξόδεψε ώρες για να καλύψει γεγονότα, να επιβεβαιώσει πηγές, να βγάλει σωστά συμπεράσματα. Υπάρχουν και μπλογκ που απλώς αναμασούν και αναδημοσιεύουν ό,τι έχουμε γράψει εμείς οι υπόλοιποι σε κορυφαίες διεθνείς εφημερίδες. Επιμένω λοιπόν: Το παλαιάς κοπής καλό ρεπορτάζ, που στηρίζεται στα γεγονότα και όχι σε απόψεις, θα μας σώσει.

  • Στις επόμενες δεκαετίες θα πρέπει να ξεχάσουμε την έντυπη έκδοση των εφημερίδων;

– Με τη φρενήρη εξέλιξη της τεχνολογίας, σύντομα θα βρεθεί κάτι που θα αντικαταστήσει το χαρτί. Μπορεί να είναι το Kindle, μπορεί να είναι το κινητό μας, ποιος ξέρει… Ακόμα και αν το χαρτί εκλείψει από τον Τύπο, δεν θα εκλείψει η ζήτηση για ενημέρωση. Σήμερα στις ΗΠΑ έχουμε εξαιρετικές τοπικές εφημερίδες που χαροπαλεύουν και αντικαθίστανται με σάιτ. Οι Αμερικανοί έχουν πια περισσότερη και καλύτερη ενημέρωση για διεθνή και εθνικά νέα παρά για τοπικά. Την ίδια ώρα, σε χώρες όπως η Ινδία και η Κίνα, το αναγνωστικό κοινό αυξάνεται ραγδαία. Αυτές είναι οι νέες αγορές. [Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 17/5/2009]